κρήτη

I
Νησί (8.331 τ. χλμ., 601.131 κάτ.) της νοτιοανατολικής Μεσογείου, σε απόσταση περίπου 100 χλμ. ΝΑ της Πελοποννήσου. Πρόκειται για το μεγαλύτερο σε έκταση νησί της Ελλάδας (δεύτερο είναι η Εύβοια με έκταση 3.658 τ. χλμ.), το πέμπτο της Μεσογείου (μετά τη Σικελία, τη Σαρδηνία, την Κύπρο και την Κορσική) και το ενδέκατο της Ευρώπης, της οποίας αποτελεί το νοτιότατο όριο (πιο συγκεκριμένα, το νησί της Γαύδου). Βρέχεται στα Β από το Κρητικό πέλαγος, στα Α από το Καρπάθιο, στα Ν από το Λιβυκό και στα Δ από το Ιόνιο. Ο επιμήκης άξονάς της από τα Δ προς τα Α έχει μέγιστο μήκος 260 χλμ. (μεταξύ των ακρωτηρίων Γραμβούσα-Σίδερος), ενώ ο κάθετος προς αυτόν κυμαίνεται μεταξύ 60 χλμ. (κοντά στο Ηράκλειο, μεταξύ των ακρωτηρίων Δίον και Λίθινον) και 12 χλμ. (στον ισθμό της Ιεράπετρας, από τον κόλπο Μιραμπέλλου μέχρι την Ιεράπετρα).
Διοικητικά η Κ. αποτελεί περιφέρεια του ελληνικού κράτους (βλ. λ. Κρήτης, περιφέρεια) και διαιρείται σε τέσσερις νομούς: Χανίων (2.376 τ. χλμ., 150.387 κάτ.), στο δυτικό τμήμα του νησιού, με πρωτεύουσα τα Χανιά· Ρεθύμνης (1.496 τ. χλμ., 81.936 κάτ.) με πρωτεύουσα το Ρέθυμνο· Ηρακλείου (2.641 τ. χλμ., 292.489 κάτ.) με πρωτεύουσα το Ηράκλειο· και Λασιθίου (1.818 τ. χλμ., 76.319 κάτ.) με πρωτεύουσα τον Άγιο Νικόλαο.
Οι πολυσχιδείς ακτές της σχηματίζουν μικρές ή μεγάλες προεξοχές από βραχώδη τμήματα έως ακρωτήρια και χερσονήσους, όπου οι απότομες ή σχεδόν κατακόρυφες ακτές εναλλάσσονται με μικρούς ή μεγάλους κόλπους και με μικρές ή μεγάλες σε μήκος αμμώδεις παραλίες. Στην Κ. ανήκουν επίσης διοικητικά τα μικρά νησιά Γαύδος, Δία, Κουφονήσι, Γαϊδουρονήσι, Διονυσιάδες και Παξιμάδι.
Στην Κ. διαμορφώθηκε ένας από τους σημαντικότερους προϊστορικούς πολιτισμούς, με βασικά κέντρα ανάπτυξης την Κνωσό, τη Φαιστό, τη Ζάκρο, τα Μάλια και την Αγία Τριάδα, ενώ η γεωγραφική της θέση τη διατηρεί διαρκώς στο προσκήνιο της ιστορίας, από τους πρώτους ιστορικούς χρόνους έως την εποχή μας.
Γεωγραφικά στοιχεία και κλίμα
Γεωλογική ιστορία. Στον σχηματισμό της Κ. συνέβαλαν διάφορα γεωλογικά φαινόμενα, όπως διαρρήξεις και καταβυθίσεις μεγάλων τμημάτων της αρχικής ξηράς, που καταλάμβανε μεγάλη έκταση, συνιζήσεις και εξάρσεις τμημάτων ξηράς, αποθέσεις νεότερων ιζημάτων και εκ νέου κατακόρυφες μετακινήσεις. Η πολυτάραχη γεωλογική ιστορία της, όπως αποκαλύπτουν τα στοιχεία που μελετήθηκαν, ξεκινά από το περμιολιθανθρακοφόρο. Η σειρά των γεωλογικών στρωμάτων που συνιστούν το έδαφός της, από τα αρχαιότερα προς τα νεότερα, είναι περίπου η ακόλουθη: Ημιμεταμορφωμένα πετρώματα του υποβάθρου: α) δολομίτες, φυλλίτες, σπογγώδεις και λατυποπαγείς ασβεστόλιθοι (λιθανθρακοφόρο, πάχος σειράς 1.200 μ.)· β) σχιστόλιθοι-φυλλίτες, γύψοι και χαλαζίτες, που εξελίσσονται σε σκοτεινόχρωμους πλακώδεις ασβεστόλιθους με ενστρώσεις πυριτικού υλικού και κερατολιθικούς κονδύλους (πέρμιο, πάχος σειράς 2.200 μ.). Στα πλαίσια της μεταμορφωμένης σειράς πετρωμάτων διαπιστώθηκαν οφιολιθικές διεισδύσεις. Ιζηματογενή πετρώματα: Αυτά έχουν αποτεθεί ασύμφωνα πάνω στα προηγούμενα του υπόβαθρου και ανάλογα με τις συνθήκες ιζηματογένεσης και παλαιομορφολογίας συναντώνται σήμερα σε διάφορα επίπεδα να καλύπτουν διάφορους ορίζοντες των παλαιότερων μεταμορφωμένων πετρωμάτων. Τα πετρώματα αυτά είναι: α) της σειράς Πίνδου: ασβεστόλιθοι τριασίου με αλοβίες, ιουρασίου με ραδιολαρίτες, κρητιδικού και ηωκαίνου με νουμουλίτες, καθώς και τα μέλη της ομάδας του φλύσχου, ψαμμίτες και αργιλικά πετρώματα· β) της σειράς Γαβρόβου-Τρίπολης: επικλυσιγενείς σχηματισμοί, όπως ασβεστόλιθοι, άνω ιουρασίου με κλαδοκορόψεις, άνω κρητιδικού με ρουδιστές και νουμελίτες, ηωκαίνου, και τα λοιπά μέλη της ομάδας του φλύσχου. Ανάμεσα στις δύο αυτές σειρές, που αποτελούν δύο διαφορετικές γεωτεκτονικές ζώνες ιζηματογένεσης, και επίσης στη συνέχεια των ζωνών Ολωνού-Πίνδου και Γαβρόβου-Τρίπολης, της ηπειρωτικής Ελλάδας και της Πελοποννήσου, παρατηρούνται εκχύσεις βασικών μαγμάτων που προκάλεσαν γένεση σε διάφορα πετρώματα της οφιολιθικής ομάδας· γ) σχηματισμοί του τριτογενούς: κυρίως πετρώματα του νεογενούς, μάργες, ψαμμίτες, άμμοι του κατώτερου μειοκαίνου, μαργαϊκοί ασβεστόλιθοι, κροκαλολατυποπαγή και ασβεστόλιθοι του μέσου και ανώτερου μειοκαίνου, μάργες κυανές, ψαμμούχοι ασβεστόλιθοι και κροκαλοπαγή του πλειοκαίνου. Πολλές φορές οι σχηματισμοί του πλειοκαίνου βρίσκονται στα ίδια επίπεδα με νεότερα τεταρτογενή θαλάσσια ιζήματα, τα οποία οι κατακόρυφες κινήσεις στη διάρκεια των νεότερων γεωλογικών περιόδων έφεραν πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας· δ) νεότεροι τεταρτογενείς σχηματισμοί: αντιπροσωπεύονται κυρίως από τα χαλαρά υλικά που καλύπτουν τους προηγούμενους σχηματισμούς και είναι άργιλοι, άμμοι, κορήματα και, γενικά, υλικά αποσάθρωσης και αποσύνδεσης πετρωμάτων, καθώς και από αδρομερή, κροκαλοπαγή ή ψαμμιτικούς σχηματισμούς κυρίως των παράκτιων περιοχών, που χαρακτηρίζουν το θαλάσσιο πλειστόκαινο.
Οι σχηματισμοί αυτοί, οι οποίοι σε γενικές γραμμές συνιστούν το έδαφος της K., βρίσκονται, σε ορισμένες περιοχές, σε μια κανονική σειρά εξέλιξης, απ’ όπου και μελετήθηκαν. Όμως, το έντονο ανάγλυφο του νησιού, αποτέλεσμα διαφόρων εσωτερικών και εξωτερικών δυνάμεων που επέδρασαν επάνω του, δυσχεραίνει τη δυνατότητα παρακολούθησης αυτών των σχηματισμών. Αποτέλεσμα των εσωτερικών δυνάμεων είναι οι πτυχώσεις, που υπολογίζεται ότι ξεκίνησαν κατά το μειόκαινο σχηματίζοντας αρχικά τα όρη, καθώς και οι διαρρήξεις των πτυχωμένων όγκων που επακολούθησαν κατά δύο κύριες διευθύνσεις, κάθετες μεταξύ τους, ΒΔ-ΝΑ και ΒΑ-ΝΔ, αλλά και δευτερεύουσες, υπό διάφορες γωνίες και διευθύνσεις. Οι ορεογενετικές δυνάμεις ασκήθηκαν, γενικά, από Β προς Ν, έτσι ώστε οι άξονες των πτυχωμένων ζωνών να έχουν διεύθυνση Δ-Α, ή μάλλον 20°-25° ΔΒΔ-ΑΝΑ σχηματίζοντας αντίκλινα. Με αυτά τα δεδομένα το νησί μπορεί να χαρακτηριστεί σαν μια συνεχής οροσειρά, με την ίδια διεύθυνση που έχουν οι άξονες από ΔΒΔ έως ΑΝΑ, η οποία έμεινε τελικά πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, μετά τις πτυχώσεις, τις διαρρήξεις και τις καταβυθίσεις της αρχικής ξηράς που εξαπλωνόταν στην περιοχή. Τα λείψανα ιπποποτάμων που ζούσαν σε θερμές παράκτιες περιοχές κατά το πλειστόκαινο τα οποία βρέθηκαν σε σπήλαια του οροπεδίου Λασιθίου (1.200 μ.), το οποίο την εποχή εκείνη βρισκόταν κοντά στο επίπεδο της θάλασσας, αποδεικνύουν το μέγεθος των δυναμικών γεγονότων που συνέβησαν στο νησί.
Γεωμορφολογία-Διάρθρωση των περιοχών. Η σημερινή μορφολογία της Κ. οφείλεται και στη δράση των εξωτερικών δυνάμεων (εξωγενείς ατμοσφαιρικοί διαβρωτικοί παράγοντες) επί των ορεινών προεξοχών. Έτσι, το ανάγλυφο του νησιού παρουσιάζει τρεις μορφολογικές ζώνες: την ορεινή, από το υψόμετρο των 400 μ. και άνω, τη μέση ή ημιορεινή από 200 έως 400 μ. και τη χαμηλή ζώνη από τη θάλασσα μέχρι τα 200 μ.
Οι δύο πρώτες ζώνες (ορεινή, ημιορεινή) καταλαμβάνουν σχεδόν τα τρία πέμπτα της επιφάνειας του νησιού, ενώ η χαμηλή το υπόλοιπο, το οποίο περιορίζεται στις μικρές παράκτιες λωρίδες, στα βυθίσματα της ημιορεινής περιοχής που αναδύθηκαν μέσα από τη θάλασσα και στις προσχωσιγενείς περιοχές από τα φερτά υλικά των χειμάρρων. Η ορεινή και η μέση ζώνη συνιστούν μια συνεχή οροσειρά από τα Δ προς τα Α, διακοπτόμενη από μικρές κοιλάδες, ισθμούς και φαράγγια. Η οροσειρά έχει έξι κορυφές που ξεπερνούν τα 2.000 μ. και αποτελείται, αρχίζοντας από τα Δ, από τα ακόλουθα συγκροτήματα: το ορεινό συγκρότημα Αγίου Δικαίου, Β της Παλαιοχώρας, που αποτελείται από σχιστολιθικά πετρώματα και η ψηλότερη κορυφή φθάνει τα 1.182 μ., τα όρη Γραμβούσα (762 μ.) και Όνυχας (747 μ.), που είναι προς τα Β, απολήξεις του Αντικλίνου Δίκτυος και Γραμβούσας, την κορυφή Σκλόπα (528 μ.) της χερσονήσου Ακρωτηρίου Χανίων, που άλλοτε αποτελούσε χωριστό νησί, τα Λευκά Όρη ή Μαδάρες, το μεγαλύτερο ορεινό συγκρότημα, με άξονα περίπου 40 χλμ. Δ-Α και πλάτος 16 χλμ. (κορυφές: Πάχνες 2.453 μ., Κάστρο 2.218 μ. και τελευταία στα Α η Τρύπαλι, 1.494 μ., όπου και διακόπτονται απότομα προς το βύθισμα της λίμνης Κουρνά). Τα πετρώματα που δομούν τα βουνά είναι κυρίως μεταμορφωμένα, δολομιτικά-ασβεστολιθικά, λίγοι σχιστόλιθοι και νεότεροι ασβεστόλιθοι. Δύο παράλληλες σειρές χαμηλών ορέων, τα όρη της Μαλάξας, ενώνουν τα Λευκά Όρη και την Ίδη. Η πρώτη αρχίζει από την περιοχή ΒΑ των Χανίων με ψηλότερη κορυφή τα 596 μ., εκτεινόμενη ΝΑ, με υψώματα μέσου ύψους, όπως ο Κρυονερίτης (1.312 μ.), ο Κουρούπας (984 μ.), ο Ξηρός (904 μ.), ο Σιδέρωτας (1.136 μ.) και η Βουβάλα. Η δεύτερη παράλληλη σειρά, βορειότερα από την πρώτη, με κατεύθυνση ΒΔ προς ΝΑ, σχηματίζεται από τα βουνά Αμύγδαλος (549 μ.), Σωρός (1.186 μ.), Κέδρος (1.777 μ.) και Σαμίτος (1.014 μ.), που συνιστά και τον τελευταίο συνδετικό κρίκο προς την Ίδη. Τα βουνά αυτά παρουσιάζουν ομαλό ανάγλυφο στα Β και απότομο στα Ν. Το δεύτερο από τα τρία μεγάλα ορεινά συγκροτήματα, η Ίδη, κατέχει το μέσο ακριβώς του επιμήκους άξονα της Κ. με τον Ψηλορείτη (2.456 μ.), ψηλότερη κορυφή του νησιού, και ανατολικότερα, το βουνό Κουντούβι με ψηλότερη κορυφή περίπου τα 2.000 μ., που σχηματίζει έναν συμπαγή ασβεστολιθικό όγκο. Βόρεια της Ίδης, η μικρή οροσειρά Κουλούκωνας, με ψηλότερη κορυφή τα 1.083 μ. και διεύθυνση Α-Δ, κατεβαίνει ομαλά προς τη θάλασσα της Κ., ακολουθώντας την κλίση των ασβεστολιθικών στρωμάτων. Στον νότο, τα Αστερούσια, που περικλείουν την πεδιάδα της Μεσαράς, αποτελούν μια οροσειρά ψηλότερη στα Α (1.231 μ.) παρά στα Δ (685 μ.) και παρουσιάζουν πολύπλοκα προβλήματα ως προς τη γεωλογική δομή τους. Τα Λασιθιώτικα βουνά, στα ΒΑ, είναι ένας πολυκόρυφος ορεινός όγκος χαρακτηριζόμενος από βυθίσματα και οροπέδια (κυριότερο το οροπέδιο Λασιθίου, κοντά στις Τζερμιάδες), ενώ στα Β φτάνουν σχεδόν μέχρι τη θάλασσα και διακόπτονται από τάφρους, όπως στην περιοχή Ποταμιές και Νεάπολης. Κυριότερες κορυφές είναι οι Αφέντης Χριστός (2.141 μ.), Λάζαρος (2.085 μ.) και Δίκτη (2.148 μ.). Με τα όρη Βιρυόμενο (1.414 μ.), Ν του οροπεδίου, και Καθαρό (1.664 μ.), Β του οροπεδίου, συμπληρώνεται η φυσιογνωμία του ορεινού αυτού συγκροτήματος, που απολήγει απότομα στα Ν και ομαλά στα Β, με τη χαμηλή σειρά των βουνών Αγκινάρα (576 μ.) και Αρκολάκι και την κορυφή Σταυρός (794 μ.), στο ακρωτήριο Άγιος Ιωάννης, μεταξύ Ελούντας και Αγίου Νικολάου. Εκτός από αυτά τα όρη, Α, μετά τον Ισθμό Ιεράπετρας, δεσπόζει ο όγκος της Θρίφτης, που διακρίνεται σε δύο σειρές, με ψηλότερες κορυφές τις Κάψα (1.002 μ.) και Ορνό (1.237 μ.). Αυτό τον όγκο ενώνει με την πεδιάδα ένα φαράγγι με κατεύθυνση από Α-Δ, αντιπροσωπευτικό δείγμα ενός διαβρωμένου ρήγματος. Στην ανατολική άκρη της Κ., στη Σητεία, απλώνεται το υψίπεδο του Ζίρου, με μέσο ύψος 799 μ., αποτέλεσμα ανοδικών κινήσεων κατά τους μεταμειοκαινικούς χρόνους, το οποίο χωρίζεται από το υπόλοιπο νησί με έναν ισθμό σχετικά ομαλής μορφολογίας. Η ορεινή αλυσίδα από τα Δ προς τα Α τέμνεται από φαράγγια, τάφρους και κοιλάδες, σχεδόν B-N διεύθυνσης, που οφείλονται σε ρήγματα, διαβρώσεις και κατακόρυφες μετακινήσεις του εδάφους. Χαρακτηριστικότερα είναι τα φαράγγια της Σαμαριάς – Αγίας Ρούμελης, Νίμπρου (Ίμπρου) – Χώρας Σφακίων και Λαγκού – Κατρέ της δυτικής Κ. (το πρώτο έχει μήκος 18 χλμ., πλάτος 3-40 μ. και μεγαλύτερο βάθος 600 μ· το δεύτερο έχει μήκος 7 χλμ., πλάτος μέχρι 2 μ. σε ορισμένα σημεία και μεγαλύτερο βάθος 300 μ.· το τρίτο, πολύ μικρότερο με μήκος 2 χλμ.), καθώς και η λοφώδης πεδινή περιοχή Ηρακλείου-Κανδίας, ο ισθμός Καβουσίου-Ιεράπετρας και ο ισθμός Σητείας.
Για την ολοκλήρωση της μορφολογικής εικόνας της Κ. απομένει η μελέτη της χαμηλής ζώνης, την οποία αποτελούν οι πεδινές και οι λοφώδεις περιοχές που εκτείνονται κατά μήκος των ορεινών σειρών και των παραλίων ή διασχίζουν εγκάρσια το νησί. Οι σημαντικότερες πεδινές ή λοφώδεις περιοχές που αποτελούν τις γόνιμες και πρόσφορες για καλλιέργεια εκτάσεις, βρίσκονται στη βόρεια Κ. Από τα Δ, η πεδιάδα Καστελίου Κισσάμου, το σύνολο Κάμπου Αγιάς, η πεδιάδα Χανίων, το πεδινό βύθισμα Στύλου-Αρμένων Καλυβών, οι παράκτιες περιοχές Γεωργιούπολης, λίμνης Κουρνά-χειμάρρου Πετρέ, η πεδιάδα Ρεθύμνου, ο λοφώδης διάδρομος Ηρακλείου-Κανδίας προς την πεδιάδα Μεσαράς στα Ν, οι ψηλές πεδιάδες Μονοφατσίου και Καστελίου Ηρακλείου, η παράκτια πεδιάδα Χερσονήσου-Μαλίων, η περιοχή Παχειάς Άμμου-Καβουσίου Ιεράπετρας (ισθμός Ιεράπετρας) και η χαμηλή περιοχή Σητείας στο ανατολικό άκρο. Μεταξύ Ίδης και Αστερουσίων ορέων, στο νότιο τμήμα, βρίσκεται η πεδιάδα Μεσαράς με έξοδο προς το Λιβυκό πέλαγος. Η πεδιάδα αυτή, η σημαντικότερη της K., περιλαμβάνει, μαζί με τις μικρότερες εσωτερικές περιοχές, περίπου 280.000 με 300.000 στρέμματα καλλιεργήσιμης γης. Πολλές άλλες μικρές κοιλάδες και πεδινές εκτάσεις σε όλη την έκταση του νησιού συμπληρώνουν την εικόνα της χαμηλής ζώνης. Εκτός από τις πεδινές περιοχές, καλλιεργήσιμες εκτάσεις αποτελούν τα οροπέδια και τα υψίπεδα, εκ των οποίων τα πιο ενδιαφέροντα είναι αυτά του Aσκύφου (700 μ.) και του Ομαλού (1.000 μ.) στα Λευκά Όρη, η πόλγη Ιδαίου άντρου στην Ίδη, οι λεκάνες Λακωνίων και Κριτσάς (200 μ.), το οροπέδιο Λασιθίου (900 μ.) κ.ά.
Υδρογραφία. Το υδρογραφικό δίκτυο χαρακτηρίζεται από μια άνιση κατανομή πάνω στην επιφάνεια της Κ. Αυτό αποτελεί συνάρτηση του αρχικού αναγλύφου, της σύστασης των πετρωμάτων και των βροχοπτώσεων. Οι βροχοπτώσεις επηρεάζονται κατά κύριο λόγο από το ανάγλυφο και την κλιματική ζώνη. Παρατηρείται, λοιπόν, ότι στη δυτική Κ. είναι εντονότερες, γιατί επηρεάζονται από τα υγρά ρεύματα του Ιονίου πελάγους που παγιδεύονται στα Λευκά Όρη, ενώ ελαττώνονται προς τα Α, με εξαίρεση την κεντρική Κ., όπου ρυθμιστικός παράγοντας είναι η Ίδη και η τοπική μορφολογία. Συμπερασματικά προκύπτει ότι στις ψηλές ζώνες οι βροχοπτώσεις κυμαίνονται από 1.800 έως 2.000 χιλιοστά, στις μεσαίες από 1.100 έως 1.400 χιλιοστά και στις χαμηλές από 550 μέχρι 1.000 χιλιοστά. Αναλογικά της θέσης και της πετρογραφικής σύστασης του εδάφους, ένα ποσοστό των όμβριων υδάτων και των χιονιών διεισδύει σε αυτό, ένα άλλο ποσοστό ρέει επιφανειακά και ένα τρίτο εξατμίζεται. Από αυτό που διεισδύει εμπλουτίζονται οι υπόγειοι υδροφόροι ορίζοντες και τροφοδοτούνται οι πηγαίες εκδηλώσεις τους. Από αυτό που απορρέει σχηματίζονται τα ποτάμια και διαμορφώνεται συνεχώς το ανάγλυφο. Επειδή ένα μεγάλο τμήμα του εδάφους της Κ. αποτελείται από ασβεστολιθικά πετρώματα, πολύ διαπερατά από το νερό, που φέρουν πολλές διακλάσεις, κατακλάσεις και έχουν διαταραχθεί από τις τεκτονικές δυνάμεις, οι οποίες επέδρασαν πάνω σε αυτά, μεγάλο ποσοστό των ατμοσφαιρικών κατακρημνισμάτων εισχωρεί μέσα τους σχηματίζοντας υπόγεια δίκτυα, οχετούς, σπήλαια, καταβόθρες κλπ. Στο εσωτερικό αυτών των υπόγειων σχηματισμών κυκλοφορεί το νερό και εξέρχεται με τη μορφή πηγών στις παράκτιες συνήθως περιοχές ή σε ψηλότερα σημεία, αν και σε επαφή με τους ασβεστόλιθους δημιουργείται αδιαπέραστος σχηματισμός. Με τον τρόπο αυτό σχηματίζονται πολλές πηγές, οι οποίες σε αναλογία συγκεντρώνονται κυρίως στο δυτικό τμήμα του νησιού, από το Καστέλι Κισσάμου μέχρι την Ίδη, παρά στο ανατολικό, πλην εξαιρέσεων. Οι κυριότερες πηγές βρίσκονται στο βόρειο τμήμα, από τα Δ προς τα Α: χειμάρρων Τυφλού και Κωλένη, στην περιοχή Κισσάμου, Αγιάς-Βαρυπέτρου Χανίων, στην περιοχή Στύλου-Αρμένων Καλυβών, Αλμυρού Γεωργιούπολης και λίμνης Κουρνά, που αποτελεί εμφάνιση του υπόγειου υδροφόρου ορίζοντα. Οι πηγές αυτές συνδέονται με την τεράστια λεκάνη απορροής των Λευκών Ορέων (800 τ. χλμ.), ενώ υπάρχει πλήθος άλλων μικρότερων πηγών. Με την Ίδη συνδέονται ο Αλμυρός Ηρακλείου στα Β και οι πηγές Γέργερης και Ζαρού στα Ν, ενώ με τη Δίκτη συνδέεται ο Αλμυρός Αγίου Νικολάου Λασιθίου. Στα Α βρίσκεται η γνωστή πηγή της Μαλάβρας, που συνδέεται με τα βουνά της Σητείας. Σχεδόν το σύνολο αυτών των πηγών είναι καρστικές και σχηματίστηκαν από τη διείσδυση του νερού στα ασβεστολιθικά πετρώματα. Από τις πηγές Αλμυρός αναβλύζει αλμυρό νερό, εξαιτίας της πρόσμειξης του γλυκού νερού με το θαλασσινό, μέσω της διαδικασίας του σιφωνισμού.
Στο νότιο τμήμα της Κ. δεν υπάρχουν καρστικές πηγές. Εκεί σχηματίζονται υδροφόροι ορίζοντες σε προσχωματικά πεδία (περιοχή Μεσαράς). Το επιφανειακό υδρογραφικό δίκτυο είναι πλουσιότατο, εξαιτίας όμως της απότομης καθόδου του αναγλύφου προς τη θάλασσα, δεν σχηματίζονται ποταμοί, αλλά χείμαρροι, που αποχετεύουν με ταχύτητα τα επιφανειακά νερά στη θάλασσα. Σημαντικότεροι είναι οι Γεροπόταμος και Αναποδάρης στην πεδιάδα Μεσαράς, που αποχετεύουν τα νερά των πηγών και ρέουν όλο το έτος, οι Τυφλός και Κωλένης, ο Κοιλιάρης, οι τρεις Αλμυροί (Αποκορώνου-Ηρακλείου-Μιραμπέλλου), ο Κουρταλιώτης, ο Πατέλης στη Σητεία κ.ά.
Η μεγάλη καρστική διεργασία του νερού πάνω στα ασβεστολιθικά πετρώματα είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία σπηλαίων στην Κ., γνωστών ήδη από τους προϊστορικούς χρόνους. Στην Ίδη βρίσκεται το Ιδαίον άντρον και στη Δίκτη το Δικταίον, συνδεδεμένα με τη μυθολογία, το σπήλαιο του Μελιδονιού, όπου ανακαλύφθηκε διπλός πέλεκυς μινωικής εποχής κ.ά. Οι διάδρομοι του σπηλαίου Ομαλού Χανίων εκτείνονται σε μήκος 2 χλμ. (τρίτο στην Ελλάδα), ενώ το βάθος του ίδιου σπηλαίου είναι το μεγαλύτερο που παρατηρείται στον ελληνικό χώρο (280 μ.) με το Μαύρο Σκιάδι, στην Κ. πάλι, να ακολουθεί (200 μ.). Αντίστοιχα, τα σπήλαια Μελιδονιού και Σεντόνι Ρεθύμνης έχουν επιφάνεια 3.000 τ.μ. το καθένα. Γενικά, η καρστική διεργασία επί των ασβεστολιθικών πετρωμάτων είναι πολύ έντονη και σχεδόν σε ολόκληρη την επιφάνειά τους διακρίνονται καρστικές μορφές, όπως αμαξοτροχιές, καρστικά φρέατα, δολίνες, ουβάλες και πόλγες. Στον σχηματισμό τους βοήθησε η τεκτονική διεργασία επί των πετρωμάτων, που προηγήθηκε.
Οι μεγάλες διαταράξεις της ισορροπίας των μαζών των πετρωμάτων κατά τις πτυχώσεις δημιούργησαν συνθήκες αστάθειας και γι’ αυτό τον λόγο στην Κ. σημειώθηκαν ισχυρές καταστροφές από σεισμούς. Η κυριότερη σεισμική ζώνη της Κ. είναι η περιοχή Ηρακλείου-Ιεράπετρας. Κατά τον πολύνεκρο σεισμό του 365 μ.Χ. αναφέρεται ότι έχασαν τη ζωή τους 50.000 άτομα.
Το υπέδαφος της Κ. εξάγει διάφορα ορυκτά, αλλά σε μικρές γενικά ποσότητες. Το σημαντικότερο είναι ο γύψος, ένυδρος ή ανυδρίτης, γιατί υπάρχει σε τεράστια αποθέματα. Παραλλαγή του γύψου είναι και το αλάβαστρο, του οποίου η χρήση ως διακοσμητικού υλικού ήταν διαδεδομένη από τους μινωικούς χρόνους. Εξάγονται επίσης δολομίτες, υλικό για τσιμέντα, οξείδια σιδήρου, άλατα του νατρίου κ.ά.
Γνωστή θερμή πηγή στην Κ. είναι η χλωριονατριούχα πηγή της Λέντας, η οποία παρουσιάζει θερμοκρασίες 21°C έως 22,5°C.
Κλίμα. Το κλίμα της Κ. είναι εύκρατο που πλησιάζει προς το θαλάσσιο, εκτός των ορεινών όγκων, στους οποίους παρατηρείται ορεινός τύπος κλίματος. Στα πεδινά και στα παράκτια τμήματα το ετήσιο θερμομετρικό εύρος κυμαίνεται μεταξύ 13 και 14°C, παρόμοιο δηλαδή με εκείνο των ανατολικών Κυκλάδων. Γενικά, η ποικιλία των κλιματικών τύπων που παρουσιάζονται στην Κ. είναι μεγάλη, εξαιτίας της πολυμορφίας του αναγλύφου, των μεγάλων ορεινών όγκων, των μεγάλων χαραδρώσεων, των πολυάριθμων κόλπων και άλλων γεωγραφικών παραγόντων.
Ο χειμώνας στα πεδινά και στα παράκτια είναι μάλλον ήπιος και αρχίζει περίπου στα μέσα Δεκεμβρίου, προς τα Α όμως είναι πολύ πιο ήπιος. Η απόλυτα ελάχιστη θερμοκρασία στα Χανιά έχει φτάσει μόλις σε –1,0°C, στο Ηράκλειο σε 0,1°C, γεγονός που αποδεικνύει ότι στην περιοχή του Ηρακλείου δεν έχει σημειωθεί ποτέ παγετός. Το ίδιο θα πρέπει να ισχύει σε ολόκληρο το ανατολικό τμήμα του νησιού, και ειδικότερα στις νοτιοανατολικές περιοχές του. Γενικά, το ανατολικό τμήμα της Κ. και τα νότια παράλιά της αποτελούν το θερμότερο τμήμα της χώρας κατά το εξάμηνο Οκτωβρίου-Μαρτίου. Στις ορεινές περιοχές οι θερμοκρασίες είναι πολύ χαμηλότερες. Στα Ανώγεια (υψόμετρο περ. 775 μ.), για παράδειγμα, η ελάχιστη θερμοκρασία έχει φτάσει τους –5°C. Τα νότια τμήματα της Κ. είναι γενικά θερμότερα από τα βόρεια, επειδή οι βόρειοι ψυχροί άνεμοι όταν περάσουν τις κορυφογραμμές των ορεινών όγκων γίνονται κατεβατοί και θερμαίνονται. Τα βόρεια παράκτια τμήματα του νησιού είναι σχετικά δροσερά κατά τη θερμή περίοδο, εξαιτίας των μελτεμιών και της αύρας. Ενίοτε, ωστόσο, παρατηρούνται και θερμοκρασίες άνω των 40°C.
Η μέση ετήσια σχετική υγρασία κυμαίνεται σχεδόν σε ολόκληρη την Κ. μεταξύ 65 και 67,5 βαθμών της υγρομετρικής κλίμακας, σαφής ένδειξη του ξηρού κλίματος της Κ. Κατά τους ψυχρούς μήνες η σχετική υγρασία αυξάνεται από τις παράκτιες προς τις ορεινές περιοχές, ενώ κατά τους θερμούς μήνες συμβαίνει το αντίθετο. Υγρότερος μήνας είναι ο Δεκέμβριος και ξηρότερος ο Ιούλιος αλλά και ο Αύγουστος, με σχετική υγρασία κυμαινόμενη γύρω στους 60 βαθμούς, μεγαλύτερη δηλαδή από την υγρασία κάποιων νησιών των Κυκλάδων, καθώς και των παράκτιων τμημάτων της ανατολικής Πελοποννήσου.
Η νέφωση, όσο προχωρούμε από τα Δ προς τα Α και από τις παράκτιες προς τις ορεινές περιοχές, αυξάνεται. Στο δυτικό τμήμα η μέση ετήσια νέφωση κυμαίνεται μεταξύ 3,5 και 4 βαθμών και στο ανατολικό μεταξύ 4 και 4,5. Στη διάρκεια των χειμερινών μηνών το ανατολικό άκρο της Κ. υπάγεται στην περιοχή μέγιστης νέφωσης. Ο αριθμός των αίθριων ημερών σε ορισμένες περιοχές υπερβαίνει τις 150, ενώ των νεφοσκεπών κυμαίνεται μεταξύ 50 και 60.
Η Κ., και κυρίως τα ανατολικά της τμήματα, ανήκει στις πιο ανεμώδεις περιοχές της Ελλάδας. Στην περιοχή Χανίων, από τον Νοέμβριο έως τον Μάρτιο, επικρατούν οι νότιοι και νοτιοδυτικοί άνεμοι, εξαιτίας της υφεσιακής δραστηριότητας, ενώ ακολουθούν οι βόρειοι, εξαιτίας αντικυκλωνικών συστημάτων. Κατά τους υπόλοιπους μήνες επικρατούν οι βόρειοι (μελτέμια και θαλάσσια αύρα).
Στο Ηράκλειο, τον χειμώνα, κυρίως τους μήνες Δεκέμβριο και Ιανουάριο, επικρατεί ο νότιος και στη συνέχεια ο νοτιοδυτικός άνεμος, ενώ στη διάρκεια των υπόλοιπων μηνών τη μεγαλύτερη συχνότητα παρουσιάζει ο βορειοδυτικός (μελτέμια από τον Μάιο έως τον Σεπτέμβριο). Στα Ανώγεια, από τον Ιανουάριο μέχρι τον Μάρτιο, επικρατεί ο νότιος, ακολουθούμενος από τον βόρειο, τον βορειοδυτικό και τον δυτικό. Κατά τους υπόλοιπους μήνες επικρατεί και εκεί ο βορειοδυτικός. Στο Μελιδόνι επικρατεί ο βόρειος άνεμος όλους τους μήνες, εξαιτίας και τοπογραφικών παραγόντων. Τέλος, στην Ιεράπετρα, εκτός από την άνοιξη, οπότε επικρατεί ο νοτιοδυτικός άνεμος, όλες τις άλλες εποχές επικρατεί ο βόρειος. Σχεδόν ολόκληρο τον χρόνο, υπό ορισμένες καιρικές συνθήκες και σε συνδυασμό με την τοπογραφική διαμόρφωση, ξεσπούν ξαφνικά κατεβατοί κυρίως άνεμοι από τα ψηλά όρη προς τους κόλπους. Τέτοιοι άνεμοι δημιουργούνται, για παράδειγμα, στις βόρειες και στις νότιες πλαγιές της Ίδης και των Λευκών Ορέων. Σε αυτή την κατηγορία ανέμων φαίνεται πως ανήκε και ο Ευροκλείδων, ο οποίος παρέσυρε το πλοίο του Αποστόλου Παύλου.
Η βροχή αυξάνεται από τα Α προς τα Δ και από τις πεδινές προς τις ορεινές περιοχές, όπως ακριβώς συμβαίνει και με το φαινόμενο της νέφωσης. Το ετήσιο ύψος βροχής στις χαμηλές ζώνες κυμαίνεται μεταξύ 550 και 1.000 χιλιοστών, στις μεσαίες μεταξύ 1.100 και 1.400 χιλιοστών και στις ψηλές μεταξύ 1.800 και 2.000 χιλιοστών. Όσον αφορά τη διανομή της βροχής, είναι χαρακτηριστικό ότι οι βροχοπτώσεις στις νοτιοδυτικές ακτές είναι πολύ πιο συχνές απ’ ό,τι στις βόρειες. Η ετήσια πορεία της βροχής διαγράφεται απλά, με μέγιστη συχνότητα τον Ιανουάριο και ελάχιστη τον Ιούλιο και τον Αύγουστο.
Το χιόνι εμφανίζεται συχνά στους τρεις μεγάλους ορεινούς όγκους και κυρίως στα Λευκά Όρη, με μεγαλύτερη πτώση τον Φεβρουάριο, ενώ σπανίζει στις παράκτιες και πεδινές περιοχές των ανατολικών και των νότιων τμημάτων. Το χαλάζι παρατηρείται συχνότερα στα δυτικά τμήματα κατά τη διάρκεια του χειμώνα.
Μυθολογία
Η ονομασία Κ. αναφέρεται για πρώτη φορά –η παρουσία του ονόματος στις πινακίδες με γραμμική γραφή Β δεν είναι απόλυτα εξακριβωμένη– στα ομηρικά έπη. Τόσο στην Ιλιάδα όσο και στην Οδύσσεια παρατίθενται πληροφορίες για τους κατοίκους, τις πόλεις, το κλίμα του νησιού και για τη συμμετοχή του βασιλιά της Κνωσού, Ιδομενέα, στην εκστρατεία της Τροίας. Εκτός από τα ομηρικά κείμενα, η αναφορά σε ονόματα, τοπωνύμια και ιστορίες σχετικές με την Κ. είναι διάχυτη στο σύνολο της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Η Κ. αναφέρεται ως πατρίδα του Δία, τον οποίο απέκρυψε η Ρέα ενώ ήταν ακόμη βρέφος, σε σπήλαιο του νησιού για να τον γλιτώσει από τον Κρόνο. Εκεί τον ανέθρεψαν οι νύμφες της Δίκτης, ενώ οι Κουρήτες χτυπούσαν τις ασπίδες τους για να μην ακούει ο Κρόνος τα κλάματά του. Σύμφωνα με την τοπική παράδοση, στο νησί βρισκόταν και ο τάφος του Δία, γιατί η λατρεία του είχε συνδυαστεί εκεί με την προελληνική λατρεία του άρρενος θνήσκοντος θεού, του συντρόφου της μεγάλης θηλυκής θεότητας. Γιοι του Δία και της Ευρώπης, την οποία ο Δίας, με τη μορφή ταύρου, απήγαγε από τη Φοινίκη και έφερε στην Κ., ήταν ο Μίνως, ο Ραδάμανθυς και ο Σαρπηδών, τους οποίους ανέθρεψε ο σύζυγος της Ευρώπης και βασιλιάς της Κ., Αστερίων. Στη συνέχεια ο Μίνως, με έδρα του την Κνωσό, βασίλευσε σε όλη την Κ., δημιουργώντας στο νησί συνθήκες ευημερίας και ευνομίας. Σύζυγος του Μίνωα ήταν η Πασιφάη και παιδιά του η Αριάδνη, η Φαίδρα, ο Γλαύκος και ο Ανδρόγεως. Η ένωση της Πασιφάης και του ιερού ταύρου έφερε στη ζωή τον Μινώταυρο, τον οποίο ο Μίνως φυλάκισε στον Λαβύρινθο. Επί της ηγεμονίας του Μίνωα η Κ. έγινε θαλασσοκράτειρα και υπέταξε ή αποίκισε πολλά νησιά του Αιγαίου. Ακόμα και η Αττική υποχρεωνόταν να πληρώνει φόρο υποτελείας, μέχρι την ημέρα που ο Θησέας σκότωσε τον Μινώταυρο.
Πίσω από όλους αυτούς τους μύθους κρύβεται ασφαλώς η ανάμνηση ενός πανίσχυρου, πλούσιου και ευτυχισμένου βασιλείου, καθώς και ενός μεγάλου πολιτισμού, του αρχαιότερου της ευρωπαϊκής ηπείρου.
Προϊστορία
Οι πρώτοι άνθρωποι –σύμφωνα με τα μέχρι σήμερα αρχαιολογικά δεδομένα– εγκαταστάθηκαν στην Κ. περίπου το 6000 π.Χ. (αρχή νεολιθικής περιόδου). Αυτοί οι άνθρωποι ασχολήθηκαν με τη γεωργία, το κυνήγι, την αλιεία, την κατασκευή κεραμικών αγγείων και λίθινων εργαλείων, ενώ έθαβαν τους νεκρούς τους και λάτρευαν μια γυναικεία παχύσαρκη θεότητα. Ίδρυσαν επίσης πρωτόγονους οικισμούς (Κνωσός, Φαιστός, Κατσαμπάς), εκ των οποίων ο σημαντικότερος είναι εκείνος της Κνωσού (βλ. λ. Κνωσός). Η νεολιθική περίοδος για την Κ., σε αντίθεση με τη Θεσσαλία, δεν παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον.
Περίπου το 2600 π.Χ. εγκαταστάθηκαν στο νησί άποικοι από τη Μικρά Ασία, φέρνοντας μαζί τους τον χαλκό. Η αλιεία και η ναυτιλία ήταν οι βασικές ενασχολήσεις των Κρητών της προανακτορικής περιόδου (2600-2000 π.Χ.). Ανέπτυξαν εμπορικές σχέσεις με την Αίγυπτο, την Αραβία, τη Μικρά Ασία, την Κύπρο και τις Κυκλάδες και, γενικά, σημείωναν συνεχή πρόοδο σε κάθε τομέα της δραστηριότητάς τους. Προς το τέλος της περιόδου εμφανίστηκαν ο κεραμικός τροχός και ο κλίβανος. Περίπου το 1950 π.Χ. οικοδομήθηκαν στην Κνωσό, στη Φαιστό και στα Μάλια τα πρώτα ανάκτορα, τα οποία αποτελούσαν τις έδρες των τοπικών αρχηγών-πριγκίπων, ενώ παράλληλα συνιστούσαν διοικητικά και θρησκευτικά κέντρα. Ο πρίγκιπας της Κνωσού εξουσίαζε ολόκληρο το νησί, όπου επικρατούσε ειρήνη και ασφάλεια. Οι Κρήτες θαλασσοκράτορες αποίκισαν τα γύρω νησιά, καθιστώντας τη μινωική παρουσία αισθητή σε διάφορα σημεία της Μεσογείου. Στον τομέα της τέχνης δημιουργήθηκαν σε όλους τους τομείς αληθινά αριστουργήματα (αρχιτεκτονική, κεραμική, μικροπλαστική, σφραγιδογλυφία, χρυσοχοΐα), γεγονός που επιβεβαιώνουν τα αρχαιολογικά ευρήματα, τα οποία μαρτυρούν τον πλούτο των ηγεμόνων και το υψηλό πολιτιστικό επίπεδο της εποχής. Ένας ισχυρός σεισμός, περίπου το 1700 π.Χ., κατέστρεψε σχεδόν ολοκληρωτικά τα τρία ανάκτορα, χωρίς ωστόσο να ανακόψει τη συνέχεια του πολιτισμού. Τα ανάκτορα ξαναχτίστηκαν, μεγαλοπρεπέστερα αυτή τη φορά, οικοδομήθηκε το ανάκτορο της Ζάκρου στην ανατολική Κ. και οι Κρήτες ίδρυσαν νέους εμπορικούς σταθμούς. Μετά από αυτή την καταστροφή επήλθε αλλαγή στην πολιτειακή δομή, αφού δημιουργήθηκε ένα πλήθος τοπικών αρχόντων με πολυτελείς κατοικίες, οι οποίοι ταυτόχρονα ήταν υποτελείς στον κεντρικό άρχοντα. Πρόκειται για την περίοδο κατά την οποία ο κρητικός πολιτισμός φθάνει στο απόγειό του. Περίπου το 1450 π.Χ. μια νέα μεγαλύτερη καταστροφή ισοπέδωσε το σύνολο των μινωικών κέντρων, εκ των οποίων τα περισσότερα εγκαταλείφθηκαν, αλλά η Κνωσός ανοικοδομήθηκε. Σταδιακά η ζωή επανέκτησε τους ρυθμούς της, αυτή τη φορά όμως με Μυκηναίους άρχοντες. Οι εισβολείς ήταν ολιγάριθμοι και βαθμιαία συγχωνεύθηκαν με τους παλαιούς κατοίκους.
Περίπου το 1400 π.Χ. επήλθε η ολοκληρωτική καταστροφή του ανακτόρου της Κνωσού, χωρίς περιθώρια ανακατασκευής. Μολονότι η Κνωσός και η Φαιστός εξακολούθησαν να είναι πυκνοκατοικημένες, η λαμπρή εποχή είχε πλέον παρέλθει. Η Κ. απώλεσε τη θαλασσοκρατορία της και η τέχνη παράκμασε. Περίπου το 1100 π.Χ. οι περισσότεροι οικισμοί εγκαταλείφθηκαν και οι κάτοικοί τους εγκαταστάθηκαν σε απρόσιτες ορεινές περιοχές.
Ιστορία
Αρχαϊκοί και κλασικοί χρόνοι. Η μετάβαση από την υπομινωική στην πρωτογεωμετρική περίοδο (1000-900 π.Χ.) πραγματοποιήθηκε χωρίς κάποια βίαιη μεταβολή. Διατηρήθηκε η δομή των οικισμών της προηγούμενης περιόδου, ενώ τόσο στην αρχιτεκτονική (σπίτια-τάφοι) όσο και στην κεραμική και στην πλαστική δεν παρουσιάστηκαν ουσιώδεις διαφορές. Τα καινούργια στοιχεία αυτής της περιόδου, όπως αποδεικνύουν τα πολυάριθμα ταφικά ευρήματα (όπλα, εργαλεία, πόρπες), ήταν η γενίκευση της χρήσης του σιδήρου καθώς και η γενίκευση της καύσης των νεκρών (σποραδικά παραδείγματα καύσης έχουμε και στην ύστερη μετανακτορική περίοδο). Τα σημαντικότερα –υπό το πρίσμα των ανασκαφικών πληροφοριών που μας παρέχουν– γνωστά νεκροταφεία της περιόδου βρίσκονται στην ανατολική Κ. και στη Φορτέτσα, κοντά στην Κνωσό.
Με την έναρξη της γεωμετρικής περιόδου (900-650 π.Χ.) εγκαταλείφθηκαν βαθμιαία οι δυσπρόσιτοι υπομινωικοί και πρωτογεωμετρικοί οικισμοί (Καρφί, Βρόκαστρο κ.ά.) και δημιουργήθηκαν πόλεις-κράτη, κατά το πρότυπο της ηπειρωτικής Ελλάδας. Ταυτόχρονα ξεκίνησε και ο συστηματικός εκδωρισμός του νησιού. Οι κυριότερες πόλεις-κράτη της περιόδου ήταν η Δρήρος, η Κνωσός, η Λατώ, η Αξός και η Απτέρα, των οποίων η μορφή, εξαιτίας της έλλειψης επαρκών ανασκαφικών στοιχείων, παραμένει άγνωστη. Ωστόσο θεωρείται βέβαιη η ύπαρξη στη Δρήρο γεωμετρικού ναού αφιερωμένου στον Απόλλωνα καθώς και πρυτανείου. Πρυτανείο, ναός και αγορά υπήρχαν και στη Λατώ. Για τα νεκροταφεία της περιόδου σώζεται μεγαλύτερος αριθμός πληροφοριών. Στα τέλη αυτής της περιόδου και στην αρχή της επόμενης ανήκει το νεκροταφείο των Αρκάδων.
Ήδη, με την έναρξη της γεωμετρικής περιόδου στην Κ. εμφανίστηκαν πολλά στοιχεία δωρικής προέλευσης. Οι άποικοι οργάνωσαν το πολίτευμα και τον τρόπο ζωής σύμφωνα με τα σπαρτιατικά πρότυπα, αν και πολλά παλιά στοιχεία, τόσο διοικητικά όσο και θρησκευτικά, παρέμειναν αναλλοίωτα, όπως άλλωστε συμβαίνει σε όλες τις κατακτημένες περιοχές, όπου το πολιτιστικό επίπεδο είναι υψηλό. Οι αυτόχθονες κάτοικοι διαιρέθηκαν σε τρεις κατηγορίες: στους περιοίκους (με σχετική αυτονομία και διατήρηση ορισμένων περιουσιακών στοιχείων), στους μνοίτες (δουλοπάροικους) και στους κλαρώτες (δούλους). Οι άποικοι διατήρησαν τις προϋπάρχουσες τάξεις τους, με ισχυρότερη εκείνη των ιππέων, από την οποία προέρχονταν οι άρχοντες της πολιτείας (αριστοκρατικό πολίτευμα), οι λεγόμενοι κόσμοι. Αυτοί, δέκα στον αριθμό, κρατούσαν στα χέρια τους τις τύχες της πόλης-κράτους, διατηρώντας τα συγκεκριμένα προνόμια μέχρι τον 4o αι. π.Χ. και σε ορισμένες πόλεις έως το 200 π.Χ. Από τα τέλη του 3ου αι. π.Χ., οπότε τα πολιτεύματα των κρητικών πόλεων μετατράπηκαν σε δημοκρατικά, ο θεσμός των κόσμων απέκτησε μάλλον τυπικό χαρακτήρα.
Η ευνομία που επικρατούσε στην Κ. λειτούργησε υποδειγματικά στην υπόλοιπη Ελλάδα. Ο Πλάτων αλλά και ο Αριστοτέλης εξήραν με τα πιο επαινετικά λόγια το κρητικό νομοθετικό σύστημα. Η ανεύρεση της μεγάλης επιγραφής της Γόρτυνας αποτέλεσε αδιάσειστο τεκμήριο για το υψηλό νομοθετικό επίπεδο του νησιού στη διάρκεια των αρχαϊκών και των κλασικών χρόνων. Η στρατιωτική αγωγή του πολίτη στην Κ. ξεκινούσε στην ηλικία των δεκαεπτά ετών ακολουθώντας πιστά τα σπαρτιατικά πρότυπα. Γενικά, οι δωρικές πόλεις της Κ. χαρακτηρίζονταν από εξαιρετικά συντηρητικές δομές και διατήρησαν, ακόμα και στην ελληνιστική περίοδο, τους πάτριους θεσμούς με μεγάλη αυστηρότητα.
Στο τέλος της αρχαϊκής περιόδου (500 π.Χ.) και στην αρχή των κλασικών χρόνων (480-330 π.Χ.) παρατηρήθηκε μια ενιαία κατάπτωση, η οποία επέδρασε όχι μόνο στην τέχνη αλλά και στις σχέσεις μεταξύ των πόλεων. Η Κνωσός, η οποία συνέχισε να αποτελεί τη σημαντικότερη πόλη του νησιού, η Γόρτυς (Γόρτυνα) και η Κυδωνία συγκρότησαν συνασπισμούς και ενεπλάκησαν σε ατέλειωτους εμφύλιους πολέμους. Η καταστροφή της Λύκτου (πρότυπο πόλης-κράτους κατά τον Πλάτωνα) το 220 π.Χ. από τους Κνώσιους και τους συμμάχους τους υπήρξε η κορωνίδα των εμφύλιων εμπλοκών και των επεμβάσεων ελλαδικών δυνάμεων στο νησί. Η αποστολή μισθοφόρων Κρητών πολεμιστών, που είχε ξεκινήσει σε πολύ πρώιμη φάση, τότε παγιώθηκε, με αποτέλεσμα να μετέχουν στις εμφύλιες συγκρούσεις των ελληνικών πόλεων.
Οι άρχοντες των κρητικών πόλεων, εξάλλου, επεδίωκαν ολοένα και περισσότερο την προστασία, τη διαιτησία ή τη βοήθεια των ισχυρών προσώπων της εποχής.
Από την ρωμαϊκή κυριαρχία έως την αραβική κατάκτηση. Στις αρχές του 2ου αι. π.Χ. επικράτησε γενική αναρχία στην Κ. Κιλίκιοι πειρατές μετέτρεψαν τα παράλια του νησιού σε ορμητήρια και δεν δίστασαν να επιτεθούν εναντίον της πανίσχυρης Ρώμης. Έτσι οι Ρωμαίοι, με αφορμή την πιθανή βοήθεια που θα προσέφεραν οι κρητικές πόλεις στους πειρατές, άδραξαν την ευκαιρία να επέμβουν στα εσωτερικά του νησιού. Μολονότι κατέβαλαν σημαντικές προσπάθειες να προσεταιριστούν τους Κρήτες, απέτυχαν, εξέλιξη που ανάγκασε τον ύπατο Μάρκο Αντώνιο να εκστρατεύσει το 74 π.Χ. εναντίον των κρητικών πόλεων. Η έκβαση αυτής της εκστρατείας υπήρξε αρνητική για τους Ρωμαίους, αφού ο στόλος τους ηττήθηκε και ο Μάρκος Αντώνιος υπέγραψε συνθήκη με εξαιρετικά δυσμενείς όρους για τη Ρώμη. Το 69 π.Χ. ο ύπατος Καικίλιος Μέτελλος εκστράτευσε εναντίον της Κ. Η Κυδωνία, παρά τη σθεναρή αντίσταση των κατοίκων της, με επικεφαλής τους στρατηγούς Λασθένη και Πανάρη, κυριεύθηκε. Στη συνέχεια οι Ρωμαίοι κατέκτησαν και λεηλάτησαν την Κνωσό και όσες άλλες πόλεις αντιστάθηκαν. Η Γόρτυνα, που από παλιά ήταν φιλικά προσκείμενη στους Ρωμαίους, ορίστηκε πρωτεύουσα του νησιού και έδρα του Ρωμαίου πραίτορα.
Στη διάρκεια της ρωμαϊκής περιόδου (69 π.Χ. – 330 μ.Χ.) η Κ. αποτέλεσε ρωμαϊκή επαρχία. Την εποχή του αυτοκράτορα Αυγούστου το νησί ενώθηκε διοικητικά με την Κυρηναϊκή, αν και είναι χαρακτηριστικό ότι οι πόλεις της Κ. διατήρησαν κάποια τυπική αυτονομία, ίσως και στα πλαίσια κάποιας ένωσης («κοινόν Κρητών» στα νομίσματα). Η πρωτεύουσα Γόρτυς απέκτησε μεγαλύτερη αίγλη με μια σειρά μεγαλόπρεπων οικοδομημάτων, όπως ναοί, ωδείο, θέατρο, βαλανεία, πρυτανείο, νυμφαία, και μια σειρά δημόσιων κτιρίων.
Στους πρώτους βυζαντινούς χρόνους η Κ. έπεσε σε αφάνεια, από την οποία αναδύθηκε, για «να γίνει ξαφνικά θλιβερά περιώνυμη» (Μπιούρι) στη διάρκεια της αραβοκρατίας. Οι πληροφορίες για αυτή την πρώτη βυζαντινή περίοδο (325-824) είναι ανεπαρκείς, αφού οι βυζαντινοί ιστορικοί και χρονογράφοι αναφέρονται περιστασιακά και με ασάφεια στην Κ. Ωστόσο είναι γνωστό ότι ο Μέγας Κωνσταντίνος προσάρτησε το νησί στο θέμα του Ιλλυρικού, δηλαδή στην ελλαδική χερσόνησο, καθώς και ότι με τη διαίρεση του κράτους (395) παρέμεινε στο Ανατολικό (βυζαντινό) τμήμα και ότι αργότερα, ίσως στα χρόνια του Ιουστινιανού, αποτέλεσε θέμα με διοικητή στρατηγό. Θεωρείται ακόμη βέβαιο πως ο Λέων Γ’ ο Ίσαυρος επέβαλε στην Κ. βαρύτατη φορολογία και ότι την απέσπασε από τον πάπα της Ρώμης, στον οποίο ανήκε από άποψη εκκλησιαστικής διοίκησης, για να την προσαρτήσει οριστικά στον οικουμενικό θρόνο. Πολλοί ιστορικοί διατυπώνουν την άποψη πως αυτό το γεγονός σχετίζεται με την εικονομαχία και τη στάση που τήρησε σε αυτήν ο πάπας. Αναμφίβολα πάντως η Κ. αποτέλεσε εστία αντιδράσεων εναντίον των εικονομαχικών διαταγμάτων των Ισαύρων.
Τα μέσα του 7ου αι. στάθηκαν η αφετηρία της προσέλκυσης του ενδιαφέροντος των Αράβων, των οποίων η απειλή επεκτάθηκε στις μεσογειακές περιοχές. Το 651 ο Μωαβίας λεηλάτησε τα νότια παράλια, το 674 δύο Άραβες ναύαρχοι παραχείμασαν κοντά στις νότιες ακτές, ενώ ακολούθησαν αλλεπάλληλες επιδρομές μέχρι την αποφασιστική, του 824. Τότε, επί Μιχαήλ Β’, Άραβες (Σαρακηνοί) από την Ισπανία, υπό την καθοδήγηση του Αμπού Χαψ Ομάρ (οι Βυζαντινοί τον ανέφεραν Απόχαψι), αξιοποιώντας την αδυναμία του βυζαντινού στόλου, κατέλαβαν τη σχεδόν αφρούρητη Κ. Στη συνέχεια ίδρυσαν ένα ανεξάρτητο πειρατικό κρατίδιο (δεν ενσωματώθηκε σε κανένα από τα μεγάλα αραβικά κράτη) και οργάνωσαν ένα ισχυρό κέντρο, τον Χάνδακα (από την αραβική λέξη χάντακ που σημαίνει τάφρος, επειδή περιέβαλαν το φρούριο με τάφρο), το σημερινό Ηράκλειο, το οποίο μετέτρεψαν σε φοβερό ορμητήριο πειρατών, συνιστώντας παράλληλα τη μεγαλύτερη μάστιγα των θαλασσών επί έναν και πλέον αιώνα. Και για την περίοδο της αραβοκρατίας (824-961) σώζονται ελάχιστες πληροφορίες. Το Βυζάντιο επιχείρησε επανειλημμένα να ελευθερώσει την Κ., πραγματοποιώντας έξι αποτυχημένες εκστρατείες. Τελικά, τον Ιούλιο του 960 ο βυζαντινός στόλος υπό τον Νικηφόρο Φωκά προσέγγισε τα παράλια του νησιού με την τεράστια για την εποχή δύναμη των 3.300 πλοίων. Η επιχείρηση, σχεδιασμένη από τον πρωθυπουργό του Ρωμανού Β’, Ιωσήφ Βρίγγα, είχε οργανωθεί άριστα και έτσι η πολιορκία του Χάνδακα ξεκίνησε αμέσως. Ο Νικηφόρος κατέλαβε επίκαιρα σημεία στο εσωτερικό του νησιού και ο στόλος απέκλεισε το φρούριο από τη θάλασσα κηρύσσοντας έναν σκληρό και πεισματώδη αγώνα, ο οποίος διήρκεσε έως τις 7 Μαρτίου 961, ημερομηνία εκπόρθησης του φρουρίου. Κάποιες μάλλον υπερβολικές εκτιμήσεις υπολογίζουν τους νεκρούς σε 200.000. Τα αραβικά τείχη κατεδαφίστηκαν και εξαφανίστηκε κάθε αραβικό στοιχείο, ενώ τα μουσουλμανικά τεμένη μετατράπηκαν σε χριστιανικούς ναούς και η χριστιανική θρησκεία αναζωπυρώθηκε. Τότε ανέπτυξε σημαντική δράση ο όσιος Νίκων ο Μετανοείτε, που διέμεινε για αρκετά χρόνια στην Κ. προκειμένου να στηρίξει τον χριστιανισμό και να προσηλυτίσει όσους είχαν εξισλαμιστεί. Για τον συγκεκριμένο σκοπό ο Νικηφόρος αξιοποίησε και τη βοήθεια του φίλου του, Αθανάσιου Αθωνίτη, προσφέροντάς του στη συνέχεια ένα τμήμα των λαφύρων, με τα οποία ο μοναχός έχτισε έπειτα από δύο χρόνια το πρώτο μοναστήρι στο Άγιον Όρος, τη Μεγίστη Λαύρα. Η μακροχρόνια κατοχή μείωσε σημαντικά τον πληθυσμό, γεγονός που οδήγησε τον Νικηφόρο στην εγκατάσταση στην Κ. μεγάλου αριθμού στρατιωτών του, καθώς και άλλων αποίκων από την υπόλοιπη αυτοκρατορία. Έτσι η Κ. ύστερα από δουλεία 138 ετών επανασυνδέθηκε με τον βυζαντινό κορμό, επανακτώντας ταυτόχρονα τον χριστιανικό και ελληνικό χαρακτήρα της.
Ύστερη βυζαντινή περίοδος και ενετοκρατία. Η παραμονή της Κ. στον κορμό της αυτοκρατορίας διήρκεσε περίπου 250 χρόνια (961-1204), περίοδο κατά την οποία η Κ. αποτελούσε βυζαντινή επαρχία και κυβερνιόταν από δούκα που διόριζε η Κωνσταντινούπολη. Ο Χάνδακας ήταν το πολιτικό και θρησκευτικό κέντρο της επαρχίας, ενώ η παλιά πρωτεύουσα, η Γόρτυς, απώλεσε την πρωτοκαθεδρία. Η Κ. έγινε για μια φορά ακόμη μητρόπολη του πατριαρχικού θρόνου της Κωνσταντινούπολης. Οι συνθήκες ειρήνης που επικράτησαν δημιούργησαν τις προϋποθέσεις για πολιτιστική ανάπτυξη, η οποία εκφράστηκε με την εμφάνιση λογίων (όπως ο μητροπολίτης Ηλίας, περίπου το 1120, και ο όσιος Ιωάννης ο Ξένος, ο οποίος τιμάται και σήμερα ως τοπικός άγιος), την ίδρυση μοναστηριών και την ανέγερση ναών. Μια στάση, που εκδηλώθηκε στα χρόνια του Αλεξίου Α’ Κομνηνού, υποκινούμενη από τον διοικητή του νησιού, Καρύκη, απέβλεπε να καταστήσει το νησί ανεξάρτητη ηγεμονία, αλλά ο αυτοκρατορικός στόλος επέβαλε την τάξη. Την ίδια περίοδο, στα πλαίσια μιας νέας προσπάθειας αποικισμού, ο Αλέξιος Β’ Κομνηνός έστειλε στην Κ. τον γιο του Ισαάκιο και πολλούς αποίκους, με επικεφαλής 12 αρχοντόπουλα, γόνους επιφανών βυζαντινών οίκων, τα οποία υπήρξαν οι γενάρχες σημαντικών κρητικών οικογενειών, που διαδραμάτισαν εξέχοντα ρόλο στην ιστορία του νησιού, κατά την ενετοκρατία και αργότερα (Φωκάδες, από τους οποίους κατάγονται οι Καλλέργηδες, Σκορδίληδες, Μελισσηνοί, Μουσούροι, Βλαστοί, Χορτάτζηδες, Βαρούχες, Γαβαλάδες κ.ά.).
Με τη διανομή που ακολούθησε μετά τη Δ’ Σταυροφορία, η Κ. παραχωρήθηκε στον Βονιφάτιο τον Μομφερατικό, ο οποίος με τη σειρά του τη μεταβίβασε στους Ενετούς, στο ευτελές αντίτιμο των 5.000 χρυσών δουκάτων. Έτσι η Κ. μετά την υπογραφή της σχετικής συνθήκης (Αδριανούπολη, 12 Αυγούστου 1204) συμπεριλήφθηκε στις κτήσεις της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας. Σύντομα αποτέλεσε αντικείμενο διεκδίκησης των Γενοβέζων, οι οποίοι, υπό την καθοδήγηση του αρχιπειρατή Ενρίκο Πεσκατόρε, την κατέλαβαν και ίδρυσαν 14 φρούρια σε επίκαιρες θέσεις του νησιού, επιδιώκοντας την εδραίωση της κυριαρχίας τους. Η σύγκρουση για την Κ. μεταξύ Γενοβέζων και Βενετών κατέληξε στην επικράτηση των τελευταίων, που ανέκτησαν το νησί (1204). Η νέα κτήση ονομάστηκε Βασίλειο της Κ. και έδρα του δούκα διοικητή της ορίστηκε ο Χάνδακας. Το νησί διαιρέθηκε σε τέσσερα τμήματα, στα Χανιά, στο Ρέθυμνο, στον Χάνδακα και στη Σητεία, ενώ κάθε τμήμα διαιρέθηκε σε καστελανίες (επαρχίες), τις ονομασίες των οποίων διατηρούσαν έως πρόσφατα οι επαρχίες της Κ. Οι Ενετοί επέδειξαν ιδιαίτερο ζήλο για τη στρατιωτική και πολιτική οργάνωση της Κ., αφού η προνομιακή θέση της στον μεσογειακό χώρο ήταν πολύτιμη για το ναυτικό και εμπορικό κράτος τους. Εγκατέστησαν επίσης αποίκους στους οποίους παραχώρησαν μεγάλες εκτάσεις γης. Η παπική Εκκλησία από την πλευρά της επεδίωκε τον εκλατινισμό της Κ., γι’ αυτό και με απαίτηση του πάπα εξορίστηκαν ο αρχιεπίσκοπος και οι επίσκοποι του νησιού και στη θέση τους τοποθετήθηκαν καθολικοί ιεράρχες, οι οποίοι δεν προέβησαν σε αλλαγές που να αφορούν τις μονές και τον κατώτερο κλήρο.
Η αντίδραση των Κρητικών στην ενετική κατάκτηση ήταν έντονη. Απόδειξη αυτού αποτελεί το γεγονός ότι στη διάρκεια της ενετοκρατίας εκδηλώθηκαν 27 μεγάλες επαναστάσεις και μια πλειάδα στάσεων και τοπικών κινημάτων. Το 1212 ξέσπασε η επανάσταση των Αγιοστεφανιτών ή Αργυρόπουλων και το 1217 η επανάσταση των Σκορδίληδων και των Μελισσηνών, εξέγερση που επαναλήφθηκε την περίοδο 1228-34 με τους ίδιους συντελεστές και έληξε με υπογραφή συνθήκης και χορήγηση γενικής αμνηστίας. Σημαντική βοήθεια απέστειλε στους Κρητικούς ο αυτοκράτορας της Νίκαιας, Ιωάννης Βατάτζης. Το 1261 υποκινήθηκε νέα επανάσταση από τον Μιχαήλ Παλαιολόγο, του οποίου στόχος ήταν η ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης, ενώ το 1271 οι αδελφοί Θεόδωρος και Γεώργιος Χορτάτζης κήρυξαν νέα επανάσταση που τερματίστηκε με τον εκπατρισμό των δύο πρωτεργατών (1277). Χωρίς αποτέλεσμα έληξε και η προσπάθεια του Αλεξίου Καλλέργη (1283-99), ο οποίος, ύστερα από αγώνες 17 ετών, αναγκάστηκε να συμφιλιωθεί με τους Ενετούς. Το 1332 οι προαναφερθείσες προσπάθειες επαναλήφθηκαν υπό την αρχηγία των Καλλέργηδων, των Καψοκαλύβηδων και των Ψαρομηλίγγων. Το 1363 οι Ενετοί τιμαριούχοι διαμαρτυρήθηκαν για τη βαριά φορολογία που τους επέβαλε η Γαληνότατη Δημοκρατία τους και αποφάσισαν να αποστατήσουν και να κηρύξουν την αυτόνομη Δημοκρατία, με προστάτη τον απόστολο Τίτο (Δημοκρατία του Αγίου Τίτου)· για να εξασφαλίσουν ισχυρότερη αντίδραση προσεταιρίστηκαν και τους αρχηγούς των Κρητών και πανηγύριζαν την απόλυτη εξομοίωση Ενετών και Κρητών. Οι εσωτερικές όμως έριδες και η άμεση επέμβαση της Βενετίας διέλυσαν την επανάσταση. Η στάση του 1365, με επικεφαλής τον Ιωάννη Καλλέργη και σαφώς ελληνικό χαρακτήρα, έληξε και αυτή χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Στη διάρκεια των επόμενων αιώνων οι Ενετοί, παντοδύναμοι πλέον, επέβαλαν την απόλυτη κυριαρχία τους στο νησί, ενώ κάποια τοπικά κινήματα που εκδηλώθηκαν, καταπνίγηκαν ταχύτατα. Οι επιπτώσεις των συνεχών και ατελείωτων επαναστάσεων, των σκληρών αγγαρειών, των σεισμών, της σιτοδείας και των επιδημιών είχαν εξασθενήσει ανεπανόρθωτα τη δυναμική του πληθυσμού.
Η τουρκοκρατία στην Κ. και οι αγώνες για την απελευθέρωση και την ένωση. Στα μέσα του 17ου αι. ο τουρκικός επεκτατισμός προσέγγιζε την Κ. ολοένα και περισσότερο. Τον Ιούνιο του 1645 αποβιβάστηκε στη δυτική Κ. ναυτική δύναμη 50.000 στρατιωτών, η οποία, ύστερα από πολιορκία λίγων μηνών, κατέλαβε τα Χανιά. Τον επόμενο χρόνο κάμφθηκε η αντίσταση του Ρεθύμνου και τον μεθεπόμενο (1647) ξεκίνησε η πολιορκία του Χάνδακα, που διήρκεσε 23 ολόκληρα χρόνια. Η πτώση του Χάνδακα (1669) σήμανε την πτώση της Κ. και τη συντριβή της ενετοκρατίας. Η νέα ιστορική σελίδα, που ξεκινούσε για το νησί και αφορούσε το κεφάλαιο τουρκοκρατία, επρόκειτο να έχει διάρκεια δυόμισι αιώνων. Οι Τούρκοι διαίρεσαν την Κ. σε τρία διαμερίσματα: στα Χανιά, στο Ρέθυμνο και στον Χάνδακα, με διοικητή πασά. Ο πασάς του Ηρακλείου ήταν και γενικός διοικητής της Κ., εξαιρώντας από τη δικαιοδοσία του τα Σφακιά, που έμειναν σχεδόν ανεξάρτητα και αυτόνομα, πληρώνοντας ετήσιο φόρο υποτέλειας. Η γη διανεμήθηκε στους κατακτητές και ο πληθυσμός αποσύρθηκε στις ορεινές περιοχές. Η τακτική του παιδομαζώματος εφαρμόστηκε σε ευρεία κλίμακα, η γεωργία παραμελήθηκε, το εμπόριο σχεδόν εκμηδενίστηκε, ενώ δεν γινόταν ούτε λόγος για κοινωφελή έργα. Οι γενίτσαροι της Κ. ήταν οι αγριότεροι της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, εξέλιξη που ανάγκασε πολλούς να καταφύγουν στα βουνά και να αρχίσουν τον κλεφταρματολισμό (πρόκειται για τους λεγόμενους Χαΐνηδες). Μεγάλης έκτασης επαναστατικά κινήματα δεν σημειώθηκαν στην Κ. πριν από το 1821, εξαιτίας της εξουθένωσης του πληθυσμού, ενώ μια εξέγερση που υποκίνησαν οι Ενετοί στη δυτική Κ. το 1692 καταπνίγηκε. Την ίδια τελικά τύχη, ύστερα από σκληρό αγώνα, είχε και η επανάσταση του Δασκαλογιάννη το 1770. Μετά την έκρηξη της επανάστασης στην Πελοπόννησο, οι Τούρκοι έλαβαν στην Κ., προληπτικά, αυστηρότατα μέτρα. Η πρώτη ένοπλη σύγκρουση πραγματοποιήθηκε στον Λούλο των Χανίων στις 14 Ιουνίου 1821, όπου η τουρκική αντίδραση υπήρξε σκληρή, τόσο εναντίον του κλήρου (η κρητική Εκκλησία έμεινε ακέφαλη μέχρι το 1824) όσο και εναντίον του πληθυσμού. Παρ’ όλα αυτά η επανάσταση συνεχίστηκε μέχρι το 1830, οπότε οι Τούρκοι παραχώρησαν την Κ. στον Μοχάμετ Άλι της Αιγύπτου, ως αντάλλαγμα της βοήθειάς του για την καταστολή της επανάστασης στην Πελοπόννησο. Η αιγυπτιακή κατοχή συνεχίστηκε μέχρι το 1840, οπότε ξεκίνησε νέα περίοδος τουρκοκρατίας. Μια νέα εξέγερση το 1841 έληξε με την επέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων, την οποία ζήτησαν οι ίδιοι οι επαναστάτες για τη σωτηρία του άμαχου πληθυσμού. Το 1855 ο σουλτάνος δημοσίευσε το Χάτι Χουμαγιούν, που κήρυσσε ευνομία και ανεξιθρησκία· δεν εφαρμόστηκε όμως στην Κ. και έτσι το 1858 εκδηλώθηκε νέο επαναστατικό κείμενο (επανάσταση του Μαυρογένη). Η βαριά φορολογία και οι αυθαιρεσίες των αγάδων αποτέλεσαν τις αφορμές για τη μεγάλη εξέγερση του 1860, της οποίας το αποκορύφωμα επήλθε με το ολοκαύτωμα του Αρκαδίου. Η επανάσταση ουσιαστικά έληξε το 1869, με την πίεση των Μεγάλων Δυνάμεων, η αναταραχή όμως κράτησε μέχρι το 1878. Κατόπιν ενεργειών των προστάτιδων δυνάμεων, υπογράφηκε ο Συνταγματικός Χάρτης της Χαλέπας, ο οποίος παραχωρούσε στους Κρητικούς δικαιώματα (ελευθερία θρησκείας και γλώσσας) και προέβλεπε διορισμό χριστιανού διοικητή. Η παραβίαση του Χάρτη της Χαλέπας και πρόσθετες τουρκικές βιαιότητες υπέθαλψαν νέο επαναστατικό κίνημα στην Κ., το οποίο συνέπεσε χρονικά με τον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897. Τον Νοέμβριο του 1898 το κρητικό ζήτημα λύθηκε προσωρινά, με τον διορισμό του πρίγκιπα Γεωργίου στη θέση του ύπατου αρμοστή των Μεγάλων Δυνάμεων στην Κ. Παράλληλα με την άφιξη του αρμοστή, συστάθηκε κρητική βουλή, η οποία με επανειλημμένα ψηφίσματά της (1901, 1902) απαίτησε πλήρη ένωση με την Ελλάδα. Η άρνηση των Μεγάλων Δυνάμεων οδήγησε στο κίνημα του Θερίσου (Μάρτιος 1905), με βασικό πρωταγωνιστή τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Αν και οι Μεγάλες Δυνάμεις απέκλειαν την Κ. ολοένα και περισσότερο, το αίτημα της ένωσης παρέμενε αλώβητο. Τον Σεπτέμβριο του 1908, μετά την επανάσταση των Νεοτούρκων, οι Κρητικοί κατέλυσαν την αρμοστεία και κήρυξαν την ένωση. Την προσωρινή διακυβέρνηση της Κ. ανέλαβε πενταμελής επιτροπή, στην οποία μετείχε και ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ενώ η ελληνική σημαία υψώθηκε στο κάστρο του Φιρκά. Στον ορίζοντα διαγραφόταν η απειλή ενός νέου ελληνοτουρκικού πολέμου, μολονότι η ελληνική κυβέρνηση του Γ. Θεοτόκη τηρούσε «άψογον στάσιν». Το 1909 ο Βενιζέλος προσκλήθηκε από τον Στρατιωτικό Σύνδεσμο να αναλάβει τη θέση του πολιτικού συμβούλου (Σεπτέμβριος 1910). Την 1η Οκτωβρίου 1912 οι Κρητικοί αντιπρόσωποι έγιναν δεκτοί στην ελληνική Βουλή, ενώ έναν χρόνο αργότερα απομακρύνθηκαν από τη Σούδα οι σημαίες των Μεγάλων Δυνάμεων και της Τουρκίας. Η ένωση της Κ. με την Ελλάδα πραγματοποιήθηκε μετά τη λήξη των Βαλκανικών πολέμων. Η συνθήκη Ελλάδας-Τουρκίας (1/14 Νοεμβρίου 1913) προέβλεπε την παραίτηση του σουλτάνου από τα κυριαρχικά του δικαιώματα στην Κ. καθώς και την προσάρτηση του νησιού στην Ελλάδα. Λίγες ημέρες μετά την υπογραφή της έφθασαν στην Κ. ο βασιλιάς Κωνσταντίνος και ο πρωθυπουργός Βενιζέλος, κηρύσσοντας επίσημα πλέον την ένωση και υψώνοντας την ελληνική σημαία στο φρούριο του Φιρκά.
Μάχη της Κ. Έχει ονομαστεί έτσι το τελικό επεισόδιο της γερμανικής εκστρατείας εναντίον της Ελλάδας, κατά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, το οποίο διήρκεσε από τις 20 μέχρι τις 31 Μαΐου 1941 και κατέληξε στην κατάληψη της Κ.
Μετά την κυρίευση της ηπειρωτικής Ελλάδας (27 Απριλίου 1941), στην Κ. βρίσκονταν 14.000 Έλληνες στρατιώτες και 27.000 Βρετανοί, προετοιμάζοντας την άμυνα, καθώς ήταν φανερό πως το νησί θα ήταν ο επόμενος αντικειμενικός στόχος των Γερμανών. Έτσι, στις 20 Μαΐου, ύστερα από σφοδρό αεροπορικό βομβαρδισμό, οι Γερμανοί ξεκίνησαν τη ρίψη αλεξιπτωτιστών κοντά στα κυριότερα αεροδρόμια. Πρώτο, κατέλαβαν το αεροδρόμιο του Μάλεμε, ενώ το επόμενο βήμα ήταν η μεταφορά στρατού με αεροπλάνα. Η σύγκρουση, στην οποία έλαβε μέρος και ο πληθυσμός, συνεχίστηκε, σκληρή και με μεγάλες απώλειες, μέχρι τις 28 Μαΐου, οπότε οι υπερασπιστές του νησιού αποσύρθηκαν στα Σφακιά και επιβιβάστηκαν σε σκάφη του βρετανικού στόλου με προορισμό τη Μέση Ανατολή· όσοι αποκόπηκαν παραδόθηκαν στους Γερμανούς (31 Μαΐου).
Η μάχη της Κ., στην οποία έγινε ευρεία χρήση αλεξιπτωτιστών, ήταν η πρώτη μεγάλη, από αέρα, επίθεση στην ιστορία. Μολονότι είχε θετική έκβαση, η απώλεια τόσων ανθρώπινων ζωών απέτρεψε τους Γερμανούς από την επανάληψη παρόμοιας έκτασης και μορφής επιχειρήσεων.
Αρχαιολογία-Τέχνη
Ο Ηρακλειώτης αρχαιολάτρης Μίνως Καλοκαιρινός διεξήγαγε τις πρώτες ανασκαφές το 1878, στον χώρο όπου αργότερα αποκαλύφθηκε το ανάκτορο της Κνωσού. Τα ευρήματα, κυρίως αποθηκευτικοί πίθοι, δωρίστηκαν σε διάφορα μουσεία (Λονδίνο, Παρίσι, Ρώμη, Αθήνα), καθώς και στη συλλογή του Φιλεκπαιδευτικού Συλλόγου Ηρακλείου, που αποτέλεσε και τη βάση του Μουσείου Ηρακλείου. Ο Σλίμαν ανέλαβε τα ηνία της έρευνας το 1886, οι προσπάθειές του όμως προσέκρουσαν στην άρνηση των τουρκικών αρχών. Το 1894 η σκυτάλη παραδόθηκε στον Έβανς, ο οποίος το 1900 ξεκίνησε την ανασκαφή της Κνωσού, την οποία και ολοκλήρωσε το 1930-31. Τις έρευνες του Έβανς συνέχισαν Άγγλοι αρχαιολόγοι (ανασκαφή νεκροταφείων περιοχής Κνωσού, νεολιθικού οικισμού Κνωσού, στρωματογραφικές μελέτες), οι οποίοι επεξέτειναν τις δραστηριότητές τους στο Παλαίκαστρο, στο Καρφί, στη Μύρτο και στον Ζάκρο. Η ιταλική αρχαιολογική σχολή αποκάλυψε το μινωικό ανάκτορο της Φαιστού, την έπαυλη της Αγίας Τριάδας, ερεύνησε τη γύρω περιοχή και έκανε ανασκαφές στην Αξό και στους Αρκάδες. Γάλλοι αρχαιολόγοι αποκάλυψαν το ανάκτορο των Μαλίων, το νεκροταφείο του Χρυσόλακκου και διενήργησαν άλλες μικρότερες έρευνες. Αμερικανοί επιστήμονες ανέσκαψαν τους πρώιμους μινωικούς οικισμούς στη Βασιλική, στην Ψείρα, στον Μόχλο και στα Γουρνιά.
Τέλος, οι Έλληνες αρχαιολόγοι, εκτός από πολυάριθμες μικρές ανασκαφικές έρευνες, αποκάλυψαν το ανάκτορο της Ζάκρου, τα μέγαρα Βαθυπέτρου Τυλίσσου, Σκλαβοκάμπου, Αποδούλου, Αρχανών, τον οικισμό της Κυδωνίας, τα ιερά κορυφής Πισκοκέφαλου, Κόφινα, Μαζά, τους θολωτούς τάφους της Μεσαράς, τα νεκροταφεία του Κατσαμπά, του Κυπαρισσιού, της Λεβήνας, των Αρμένων, τους θολωτούς τάφους των Αποδούλου, Στύλου, Μάλεμε, τους τάφους των Αρχανών, τα σπήλαια της Πλατυβόλας, του Γερανιού κ.ά.
Τα μέχρι σήμερα ευρήματα δεν επιβεβαιώνουν την παρουσία ανθρώπινης ζωής στο νησί κατά την παλαιολιθική περίοδο. Ορισμένα εργαλεία που βρέθηκαν κατά καιρούς δεν προέρχονται από σαφή παλαιολιθικά στρώματα και έτσι δεν βοηθούν την αρχαιολογική έρευνα.
Οι πρώτοι άνθρωποι εγκαταστάθηκαν στην Κ. περίπου το 6000 π.Χ., στην αρχή δηλαδή της νεολιθικής περιόδου. Ο τόπος προέλευσης των κατοίκων του νησιού δεν έχει προσδιοριστεί. Πιθανόν να προήλθαν από τη Μικρά Ασία, και τούτο γιατί με τα πρωτόγονα πλοιάρια της εποχής η μόνη οδός προσπέλασης για την Κ. ήταν από τις Κυκλάδες και τα Δωδεκάνησα. Η έλλειψη, εξάλλου, ανθρωπολογικού υλικού –ιδίως ολόκληρων κρανίων– δυσχεραίνει την εξακρίβωση της φυλής των νεολιθικών ανθρώπων της Κ. Η αρχαιολογία του νησιού ξεκινά με την κάθοδο αυτών των φύλων. Η γεωργία, το κυνήγι, η εξημέρωση αρκετών ζώων, η αλιεία, η κατασκευή αγγείων και η λείανση των πέτρινων εργαλείων αποτελούσαν χαρακτηριστικά αυτής της περιόδου, που τελειώνει περίπου το 2600 π.Χ. και διαιρείται σε 3 φάσεις: στην πρώιμη, στη μέση και στην ύστερη.
Στη μέση νεολιθική φάση οι κάτοικοι του νησιού ξεκίνησαν τη σύσταση πρωτόγονων οικισμών, σχεδόν πάντα κοντά σε πηγές και σε χώρους των οποίων η καλλιέργεια τους παρείχε τα αναγκαία μέσα για να ζήσουν. Ο πιο εκτεταμένος και πλούσιος οικισμός, σύμφωνα με τα μέχρι στιγμής δεδομένα, ήταν εκείνος της Κνωσού (βλ. λ. Κνωσός). Οι μεγάλες επιχωματώσεις μαρτυρούν τη μακρόχρονη διάρκεια ζωής, που εδώ ειδικά ξεκίνησε από την πρώιμη νεολιθική φάση. Αξιοπρόσεκτα είναι και τα λείψανα οικισμών από τη Φαιστό και τον Κατσαμπά, των οποίων τα οικοδομικά υλικά είναι πέτρες, συνήθως ακατέργαστες, για τα θεμέλια, πλίνθοι για τους τοίχους και κλαδιά για τις στέγες. Η δημιουργία οικισμών δεν σημαίνει ότι οι άνθρωποι εγκατέλειψαν την ασφάλεια που τους προσέφεραν οι σπηλιές, αφού οι περισσότερες από αυτές κατοικήθηκαν έως και τα τέλη της ύστερης νεολιθικής φάσης. Οι πιο σημαντικές είναι αυτή του Ακρωτηρίου κοντά στα Χανιά, της Πλατυβόλας στο χανιώτικο οροπέδιο των Κεραμειών, του Γερανιού κοντά στο Ρέθυμνο, του Ελλενόσπηλιου στο Αμάρι Ρεθύμνης, της Ειλειθυίας κοντά στην Αμνισό, της Τράπεζας και της Μιαμούς. Τα διαμερίσματα που γειτνίαζαν με την είσοδο των σπηλιών ήταν εκείνα που κατοικούνταν, ενώ τα βαθύτερα χρησιμοποιούνταν για την ταφή των νεκρών και για θρησκευτικές τελετές. Ως χώροι ταφής χρησίμευαν και φυσικές κοιλότητες στην εξωτερική επιφάνεια των σπηλιών. Στο εσωτερικό των σπηλιών υπήρχαν χώροι ειδικά διαμορφωμένοι για την αποθήκευση υλικών που χρησιμοποιούνταν στην κατασκευή εργαλείων. Στη σπηλιά του Γερανίου ανακαλύφθηκε ένας λάκκος γεμάτος με κόκαλα ζώων και δίπλα ένα πλήθος από μικρά και μεγάλα οστέινα εργαλεία. Η λείανση εξάλλου των πέτρινων εργαλείων παρείχε ένα ιδιαίτερο χρώμα στις ποταμίσιες, με πολύχρωμες φλεβώσεις, πέτρες. Πελέκεις και σφύρες με τρύπα στη μέση για ξύλινο κοντάκι αποτελούσαν τα κυριότερα όπλα του νεολιθικού ανθρώπου. Παράλληλα, κοινής χρήσης ήταν και οι λεπίδες από οψιανό (ηφαιστειακή πέτρα της Μήλου και της Νισύρου).
Τα αγγεία ήταν κυρίως λεκανοειδή, κατασκευάζονταν με το χέρι και ψήνονταν στη φωτιά της εστίας. Από τη μέση νεολιθική περίοδο τα τοιχώματα των αγγείων ήταν λεπτότερα, η επιφάνεια στιλπνότερη και διακοσμημένη με εγχάρακτα γεωμετρικά κοσμήματα. Αν και η πολυχρωμία των νεολιθικών αγγείων της Θεσσαλίας δεν εμφανίστηκε στην Κ., ωστόσο τα εγχάρακτα κοσμήματα γεμίζονταν με λευκό χρώμα. Στην ύστερη νεολιθική φάση παρουσιάστηκε μια μεγαλύτερη ποικιλία σε ό,τι αφορά τα σχήματα των αγγείων, η τεχνική τελειοποιήθηκε και έκαναν την εμφάνισή τους νέες, πιο κλειστές φόρμες. Τέλος, η επιφάνεια των αγγείων διατήρησε τη στιλπνότητά της, λαμβάνοντας ταυτόχρονα μια κοκκινόμαυρη απόχρωση.
Η πλαστική της νεολιθικής περιόδου αντιπροσωπεύεται από μια σειρά πήλινων και πέτρινων μικρών ειδωλίων, που παριστάνουν γυναικείες ή ανδρικές μορφές. Η μορφή, πάντως, που κυριαρχεί πάνω σε αυτά τα υλικά είναι η γυναικεία παχύσαρκη θεότητα (μητέρα-Γη), χαρακτηριστική φιγούρα πολλών περιοχών της μεσογειακής λεκάνης.
Γενικά, η ζωή στη νεολιθική περίοδο ήταν ειρηνική και οι κάτοικοι του νησιού –όπως αποκαλύπτουν τα ευρήματα– προσπάθησαν συνειδητά να βελτιώσουν τους όρους της διαβίωσής τους και να επιδοθούν σε καλλιτεχνικές δημιουργίες. Οπωσδήποτε, η νεολιθική περίοδος στην Κ., σε σχέση με την αντίστοιχη στη Θεσσαλία, υπήρξε στατική και πολύ συντηρητική, εξαιτίας, πιθανότατα, της απομόνωσης του νησιού από τα πολιτιστικά κέντρα της εποχής.
Προανακτορική περίοδος (2600-2000 π.Χ.). Με την έναρξη της προανακτορικής περιόδου εγκαταστάθηκαν στην Κ. νέα φύλα από τη Μικρά Ασία. Με βασικό όπλο τους τον χαλκό, κυριάρχησαν εύκολα στις χώρες όπου ανθούσε ο νεολιθικός πολιτισμός. Οι πιθανές επιμειξίες με τους παλιούς κατοίκους και η μικρής έκτασης μετανάστευση που σημειώθηκε από τη βόρεια Αφρική δημιούργησαν μια ισχυρή φυλετική ομάδα που έθεσε τις βάσεις για την αξιοποίηση των πηγών πλούτου του νησιού και την εκμετάλλευση της σημαντικής γεωγραφικής του θέσης, με σκοπό τη δημιουργία ενός μεγάλου πολιτιστικού κέντρου. Τα φύλα που μετανάστευσαν από τη Μικρά Ασία ανήκουν στον δολιχοκέφαλο ανθρωπολογικό τύπο (μεσογειακή φυλή) και σύμφωνα με ορισμένες θεωρίες σχετίζονται με τους ινδοευρωπαϊκούς λαούς που ζούσαν στην περιοχή (Λουβήτες). Στα φύλα αυτά οφείλεται η εισαγωγή τοπωνυμίων σε –σσος, -τος, -νθος (Φαιστός, Βερέκυνθος) τα οποία, όμως, δεν είναι ελληνικά. Τα ίδια φύλα μετανάστευσαν τόσο στις Κυκλάδες όσο και στον υπόλοιπο ελλαδικό χώρο. Μόνο η Θεσσαλία συνέχισε τον παραδοσιακό νεολιθικό της πολιτισμό.
Οι οικισμοί αυτής της περιόδου βρίσκονταν, κυρίως, κοντά στη θάλασσα, γεγονός που ερμηνεύεται από την ενασχόληση των κατοίκων με την αλιεία και τη ναυτιλία. Τα συχνά ταξίδια στην Αίγυπτο τους μύησαν στην τεχνική της κατασκευής πέτρινων αγγείων και στην επεξεργασία της υαλόμαζας. Από τα μεταλλεία της Αραβίας εισαγόταν χρυσό, για την κατασκευή περίτεχνων κοσμημάτων, από τη Μικρά Ασία έφερναν χαλκό και αργότερα κασσίτερο, επιτυγχάνοντας τη δημιουργία πιο ανθεκτικών όπλων (χαλκός εισαγόταν και από την Κύπρο), ενώ για την κατασκευή των σφραγίδων εισήγαγαν ελεφαντοστό από τη Συρία. Τέλος, από τις Κυκλάδες εισήγαγαν ασήμι και οψιανό. Αυτές οι εμπορικές ανταλλαγές (η παράλληλη εκμετάλλευση του φυτικού και ζωικού πλούτου του νησιού παρείχε τη δυνατότητα εξαγωγών) διεύρυναν τον ορίζοντα των κατοίκων της Κ., καθιστώντας τη συγκεκριμένη εποχή περίοδο μαθητείας και συνεχούς εξέλιξης. Ήδη, στα τέλη της προανακτορικής περιόδου όλα ήταν έτοιμα για την εξέλιξη της Κ. στο μεγαλύτερο πολιτιστικό κέντρο του ευρωπαϊκού χώρου.
Οι σημαντικότερες εγκαταστάσεις εντοπίζονταν στα νότια της Μεσαράς (Λεβήνα, Πλάτανος, Κουμάσα), στην ανατολική Κ. (Βασιλική, Παλαίκαστρο, Μύρτος, Ψείρα, Μόχλος) και στη δυτική Κ. (Κυδωνία). Οι κάτοικοι είχαν σπίτια με αρκετά προχωρημένη αρχιτεκτονική, όπου οι τοίχοι ήταν παχείς και επενδεδυμένοι με στέρεο κονίαμα, ενώ τα δωμάτια διέθεταν κανονικά θυρώματα και παρουσίαζαν σαφή λειτουργική μορφή. Κοντά στην εγκατάσταση έχτιζαν τάφους συνήθως για ολόκληρο το γένος, εκ των οποίων οι σπουδαιότεροι βρέθηκαν στη Μεσαρά (Πλάτανος, Λεβήνα) και στο Κράσι. Πρόκειται για θολωτές κατασκευές, με διάμετρο 5-10 μ. και ογκώδεις τοίχους, των οποίων ο θόλος δεν παρουσίαζε τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή την εξελιγμένη μορφή της μυκηναϊκής εποχής, αν και κατά μία έννοια αυτοί οι τάφοι αποτέλεσαν μια πρόδρομη μορφή των αντίστοιχων μυκηναϊκών. Η χρήση τους υπήρξε μακρόχρονη, ενώ ίχνη τους εντοπίστηκαν και στην αρχή της επόμενης περιόδου.
Η μετάβαση από τη νεολιθική στην προανακτορική περίοδο φαίνεται ότι πραγματοποιήθηκε σταδιακά, αφού πολλά νεολιθικά στοιχεία εξακολούθησαν να υπάρχουν στις πρώτες φάσεις της νέας περιόδου. Στην κεραμική συνεχίστηκε η κατασκευή μαύρων γυαλιστερών αγγείων και η χρήση του οψιανού ως βασικού εργαλείου. Τέλος, πολλές σπηλιές κατοικήθηκαν και μετά τα μέσα της περιόδου (Πλατυβόλα, Ειλειθυίας, Αρκαλοχώρι κ.ά.).
Στην κεραμική εισήχθησαν νέα σχήματα (πυξίδες, συνήθως τριποδικές, κύπελλα με χαμηλό πόδι και άλλα μεγαλύτερα που μοιάζουν με δισκοπότηρα, πρόχοι ραμφόστομοι, και τσαγιέρες με μακριά προχοή) και νέοι τρόποι διακόσμησης. Στον ρυθμό Αγίου Ονουφρίου, τα κοσμήματα, συνήθως γεωμετρικά με κόκκινο χρώμα, παριστάνονται πάνω σε ανοιχτόχρωμη επιφάνεια. Ο ρυθμός της βασιλικής χαρακτηρίζεται από το ανομοιομερές ψήσιμο του αγγείου, που επιτυγχάνεται με την προηγούμενη κάλυψη τμημάτων της επιφάνειάς του με φύλλα.
Η εγχάρακτη διακόσμηση, σε πυξίδες κυρίως, έφερε πλήθος γεωμετρικών κοσμημάτων· το σπουδαιότερο σύνολο βρέθηκε στη σπηλιά της Πλατυβόλας. Προς το τέλος της περιόδου παρουσιάστηκαν και τα πρώτα δείγματα πολύχρωμης διακόσμησης, που επρόκειτο να τελειοποιηθεί στη διάρκεια της επόμενης περιόδου (καμαραϊκός ρυθμός), μαζί με τον κεραμικό τροχό και τον κλίβανο. Για την κατασκευή των λίθινων αγγείων χρησιμοποίησαν ντόπιες πέτρες (στεατίτης, οφείτης, τιτανόλιθος, σχιστόλιθος), τις οποίες οι Κρήτες τεχνίτες λάξευαν με τέτοιον τρόπο ώστε να ξεχωρίζουν και να εντυπωσιάζουν οι πολύχρωμες φλεβώσεις τους. Δημιουργούσαν επίσης απομιμήσεις μαρμάρινων κυκλαδικών ειδωλίων, που αναπαρίσταναν είτε τη γυναικεία θεότητα είτε ανθρώπινες μορφές.
Ήδη από τα μέσα της περιόδου γινόταν ευρεία χρήση σφραγίδων, κατασκευασμένων από μαλακό υλικό –κόκαλο, ελεφαντοκόκαλο, στεατίτη– και σε σχήματα πρίσματος, κώνου, κουμπιού, κυλίνδρου. Η κυριότερη χρήση τους εντοπιζόταν στη σφράγιση πολύτιμων κιβωτίων ή θυρών, ενίοτε όμως οι σφραγίδες λειτουργούσαν και ως φυλακτά. Τα θέματά τους προέρχονταν από το ζωικό βασίλειο, χωρίς να λείπουν παραστάσεις ανθρώπινων μορφών και γεωμετρικών κοσμημάτων. Στα τέλη της περιόδου, στην επιφάνεια των σφραγίδων παρουσιάστηκαν και ιερογλυφικά σύμβολα. Στις επόμενες περιόδους η σφραγιδογλυφία θα αποτελέσει τη σπουδαιότερη, ίσως, έκφραση της πολυτάλαντης μινωικής ιδιοφυΐας.
Στην τελευταία φάση της περιόδου σημειώθηκε μια αναταραχή στην Κ. Ορισμένοι οικισμοί καταστράφηκαν (Βασιλική, Μύρτος) και γενικά παρατηρήθηκαν σημαντικές ανακατατάξεις, που προλείαναν το έδαφος για τη λαμπρή πρώτη ανακτορική περίοδο.
Παλαιοανακτορική περίοδος (2000-1700 π.Χ.). Η μεγάλη επίδοση των Μινωιτών στη ναυτιλία και στη γεωργία δημιούργησε τις προϋποθέσεις για τη μετατροπή του πολιτειακού συστήματος στο νησί. Ήδη στις αρχές της περιόδου –περίπου το 1950 π.Χ. – χτίστηκαν τα πρώτα μεγάλα οικοδομήματα στην Κνωσό, στη Φαιστό και στα Μάλια. Πρόκειται για πολυώροφα κτίρια με συγκεκριμένο αρχιτεκτονικό σχέδιο και με υλικά κατασκευής την πέτρα, το ξύλο και τις πλάκες για τις αυλές και τις ορθομαρμαρώσεις. Μερικοί επιστήμονες υποστήριξαν την ομοιότητα των κρητικών ανακτόρων με παρεμφερή οικοδομήματα στη Μικρά Ασία (Beycesultan). Τα ανάκτορα έδιναν την εικόνα κέντρων των τοπικών αρχηγών-πριγκίπων, κέντρων διοικητικών και θρησκευτικών, εφόσον ο πρίγκιπας ήταν ταυτόχρονα και θρησκευτικός αρχηγός, σύμφωνα με το θεοκρατικό σύστημα της εποχής. Υπεράνω όλων στεκόταν ο πρίγκιπας της Κνωσού, ο οποίος, εκπληρώνοντας τα χαρακτηριστικά ενός πραγματικού βασιλιά, εξουσίαζε το σύνολο του νησιού, στα πλαίσια ενός καλά οργανωμένου φεουδαλικού συστήματος. Η οικοδόμηση των ανακτορικών κέντρων στις πιο εύφορες περιοχές του νησιού οφειλόταν στο ότι η εντατική καλλιέργεια της γης προσπόριζε μεγαλύτερο πλούτο στους φεουδάρχες-αρχηγούς. Λαμβάνοντας ως δεδομένο το ότι τα γεωργικά προϊόντα αποθηκεύονταν στους πλέον εκτεταμένους χώρους των ανακτόρων, ενισχύεται το συμπέρασμα ότι σχεδόν το σύνολο της παραγωγής μεταφερόταν σε αυτούς και από εκεί διοχετευόταν για εσωτερική κατανάλωση ή για εξαγωγή. Παράλληλα με τις ανακτορικές εγκαταστάσεις, αναπτύχθηκε και η ιδιωτική αρχιτεκτονική, δείγμα της οποίας προκύπτει από τα πλακίδια φαγεντιανής που βρέθηκαν στην Κνωσό και απεικονίζουν προσόψεις διώροφων και τριώροφων σπιτιών. Οι νεκροί θάβονταν στους ήδη γνωστούς, από την προηγούμενη περίοδο, θολωτούς τάφους. Σταδιακά, όμως, θεμελιώθηκε η χρήση της μεμονωμένης ταφής σε πίθους και πήλινες λάρνακες, ενώ στην Κνωσό κατασκευάστηκαν οι πρώτοι θαλαμοειδείς τάφοι. Κοντά στη Φαιστό, στον Καμηλάρη, αποκαλύφθηκε ο μοναδικός θολωτός τάφος του γνωστού προανακτορικού τύπου, που χτίστηκε την περίοδο αυτή.
Το σημαντικότερο όμως επίτευγμα των Μινωιτών στη διάρκεια αυτής της περιόδου, πέρα από την ίδρυση των ανακτόρων και την κατακόρυφη άνοδο του πολιτιστικού επιπέδου στο νησί, υπήρξε η εξάπλωσή τους στα γύρω νησιά και η αποίκιση μερικών από αυτά. Η μινωική θαλασσοκρατορία, οι βάσεις της οποίας τέθηκαν από την προηγούμενη περίοδο, ενίσχυσε σημαντικά αυτές τις εξερευνήσεις και συγχρόνως εξασφάλισε ασφάλεια και ειρήνη στο νησί (pax minoica), κατάσταση που αιτιολογεί το ανοχύρωτο όλων των εγκαταστάσεων. Η αρχαιολογική σκαπάνη ανέδειξε μινωικές αποικίες στη Μήλο και στα Κύθηρα, ενώ ειδικά για τη δεύτερη περίπτωση τα ευρήματα αποδεικνύουν ότι ξεπερνούσε τα όρια της αποικίας-εμπορικού σταθμού για την εξυπηρέτηση του μινωικού εμπορίου. Ο αποικισμός των Κυθήρων πραγματοποιήθηκε από κατοίκους της Κυδωνίας (Χανιά), πόλης γειτνιάζουσας με το νησί. Τα ευρήματα που οδήγησαν σε αυτό το συμπέρασμα ήταν μια ομάδα αγγείων πρώιμης παλαιοανακτορικής κεραμικής, προϊόν του ντόπιου εργαστηρίου της Κυδωνίας. Οι τελευταίες, μάλιστα, ανασκαφές στα Χανιά, αποκάλυψαν τμήματα εκτεταμένων και πολύ σημαντικών παλαιοανακτορικών κτισμάτων, μαζί με εξαιρετικά δείγματα αυτού του κεραμικού τύπου.
Ίχνη μινωικής παρουσίας εντοπίστηκαν επίσης στην Αίγινα, στη Λέρνα, στην Αίγυπτο, στη Συρία και στην Κύπρο, περιοχές στις οποίες σίγουρα είχαν ιδρυθεί εμπορικοί σταθμοί· ωστόσο, τα κεραμικά ευρήματα δεν προέρχονταν μόνο από εμπορικές ανταλλαγές.
Η ανάπτυξη της κεραμικής υπήρξε ανάλογη με την πρόοδο που επιτεύχθηκε σε όλους τους τομείς. Στην αρχή της περιόδου εμφανίστηκε ο λεγόμενος τραχωτός ρυθμός (barbotine), που χαρακτηριζόταν από συστήματα προεξοχών στην επιφάνεια του αγγείου. Αρχικά, τα συστήματα αυτά τοποθετούνταν σε κανονικά διαστήματα, αργότερα όμως κάλυπταν το σύνολο της επιφάνειας. Η διακόσμηση αυτή συνοδευόταν συχνά και από πολύχρωμα γραμμικά θέματα. Η ευρύτερη πολιτιστική ανάπτυξη δημιούργησε έναν νέο κεραμικό ρυθμό, τα πρώτα δείγματα του οποίου φανερώθηκαν αρχικά στη Φαιστό και κατόπιν στην Κνωσό. Πρόκειται για ανακτορική κεραμική, γνωστή με το συμβατικό όνομα καμαραϊκή, επειδή αγγεία αυτού του τύπου ανακαλύφθηκαν για πρώτη φορά σε μια ιερή σπηλιά κοντά στο χωριό Καμάρες, στη νότια πλευρά της Ίδης. Καμαραϊκά αγγεία εντοπίστηκαν και έξω από την Κ. και, δίχως άλλο, αποτελούσαν τα πολύτιμα δώρα των πριγκίπων-φεουδαρχών προς τους αρχηγούς των διαφόρων κρατών. Τα κύρια χαρακτηριστικά αυτής της ιδιότυπης κεραμικής, εκτός από την πολυχρωμία, ήταν η πλούσια χρήση γεωμετρικών κοσμημάτων σε ατέλειωτους συνδυασμούς και η ποικιλία στα σχήματα των αγγείων. Πολύ συχνά, τα σπειροειδή κοσμήματα έπαιρναν τη μορφή χταποδιών ή ψαριών, αποκαλύπτοντας τα πρώτα ψήγματα του θαλάσσιου ρυθμού της επόμενης περιόδου. Ορισμένες κατηγορίες αγγείων, όπως αυτά με τις ανάγλυφες διακοσμήσεις, χρησιμοποιούνταν σε θρησκευτικές τελετές, ενώ μια ιδιαίτερη κατηγορία κυπέλλων με λεπτότατα τοιχώματα, γνωστή με το όνομα ωοκέλυφα ή υμενόστρακα αγγεία, αποτελούσε προϊόν σπάνιας καλλιτεχνικής αρτιότητας. Η ανάπτυξη της καμαραϊκής κεραμικής οφειλόταν στα εργαστήρια των ανακτόρων, τα οποία, υπό τον συνεχή έλεγχο του πρίγκιπα και των ανώτερων αξιωματούχων, δημιουργούσαν έργα που αντικατόπτριζαν τη δύναμη και το προσωπικό γόητρο του άρχοντα. Η προσωπική έμπνευση των τεχνιτών ετίθετο σε δεύτερο πλάνο, αφού προηγούνταν η θέληση και οι προτιμήσεις του άρχοντα, γι’ αυτό και μακριά από τα ανακτορικά κέντρα η κεραμική ήταν επαρχιακή, φτωχή και χωρίς πρωτοτυπία. Η καταστροφή των ανακτόρων αποτέλεσε την αφορμή-ορόσημο για να απελευθερωθεί η έμπνευση των τεχνιτών και να φιλοτεχνήσουν έργα με τη δική τους προσωπικότητα. Αναμφίβολα αυτή η κατευθυνόμενη σε όλες τις εκφράσεις της τέχνη, εξαιτίας της πολύπλευρης ανάπτυξης και της ηγεμονικής θέσης του νησιού στον χώρο της ανατολικής Μεσογείου, παρήγαγε έργα πρώτου μεγέθους και απαράμιλλης τεχνικής.
Η κατασκευή λίθινων αγγείων βρισκόταν σε δεύτερη θέση, με μόνα νέα σχήματα τους λύχνους, συνήθως εκείνους με ψηλό πόδι, και τους κέρνους, αγγεία με πολλές κοιλότητες, για θρησκευτική χρήση. Αντίθετα, ιδιαίτερη ανάπτυξη σημείωσε η σφραγιδογλυφία, όπου πλέον χρησιμοποιούνταν και σκληρές ημιπολύτιμες πέτρες (αχάτης, ίασπις, χαλκηδόνιος, αιματίτης, ορεία κρύσταλλος). Τα συνηθισμένα σχήματα των σφραγίδων ήταν πρίσμα, δίσκος, σφραγίδιο κ.ά. ενώ τα θέματα, εκτός από τα ιερογλυφικά σύμβολα και τα γεωμετρικά κοσμήματα, περιλάμβαναν παραστάσεις ζώων και σπανιότερα ανθρώπων. Παράλληλα, αναπτύχθηκε και η μεταλλοτεχνία, την οποία εκπροσωπούν μακριά εγχειρίδια με ενισχυτική νεύρωση και λαβή επενδεδυμένη με ξύλο, διπλοί πελέκεις για καθημερινή χρήση και για θρησκευτικές τελετές, αιχμές λόγχης, αξίνες και άλλα εργαλεία. Σημαντική ήταν και η εξέλιξη της χρυσοχοΐας, με αντιπροσωπευτικότερο δείγμα ένα σύμπλεγμα από τον Χρυσόλακκο Μαλίων, όπου δύο μέλισσες αποθέτουν σταγόνα-σταγόνα το μέλι στην κερήθρα. Η μικροπλαστική εκπροσωπείται από μια σειρά πήλινων ειδωλίων –τα χάλκινα ήταν σπάνια– που βρέθηκαν στα διάφορα ιερά κορυφής (Πετσοφάς, Ζάκρο, Μαζά, Γιούχτας, Βρύσινας) και αποτελούσαν αφιερώματα των λατρευτών στη θεά των ορέων. Η μελέτη αυτών των ειδωλίων παρέχει πληροφορίες σχετικά με την ενδυμασία ανδρών και γυναικών. Οι άνδρες φορούσαν μια στενή ζώνη, από την οποία κρεμόταν ένα μακρύ εγχειρίδιο και αιδοιοθύλακα. Οι γυναίκες, αντίθετα, ντύνονταν πιο πολύπλοκα, φορώντας μακριά φορέματα, ανοιχτά στο στήθος, μεγάλους γιακάδες και περίτεχνα καπέλα.
Ενώ αυτή η καθολική άνθηση βρισκόταν στο απόγειό της, περίπου το 1700 π.Χ. ισχυροί σεισμοί κατέστρεψαν σχεδόν ολοκληρωτικά τα τρία ανάκτορα και τις υπόλοιπες εγκαταστάσεις, επιφέροντας σημαντική αναστάτωση στην εσωτερική πολιτειακή δομή.
Νεοανακτορική περίοδος (1700 -1400 π.Χ.). Οι Μινωίτες ανοικοδόμησαν με ταχείς ρυθμούς ανάκτορα πιο μεγαλοπρεπή από τα προηγούμενα. Στη νέα αρχιτεκτονική γραμμή που υιοθετήθηκε, εντάχθηκαν καινούργια διακοσμητικά στοιχεία και υλικά (βλ. λ. Κνωσός, μεσομινωική περίοδος). Παράλληλα πραγματοποιήθηκαν αλλαγές στην πολιτειακή δομή, γεγονός που φάνηκε από την παρουσία σε διάφορα μέρη του νησιού τοπικών αρχόντων, υποτελών, κατά κάποιον τρόπο, στην κεντρική εξουσία. Οι άρχοντες αυτοί έχτιζαν πολυτελή οικήματα, γνωστά ως μικρά ανάκτορα, επαύλεις ή μινωικά μέγαρα. Ανάμεσα στα σημαντικότερα συγκαταλέγονται εκείνα της Αγίας Τριάδας, της Τυλίσσου, του Νίρου, του Βαθυπέτρου, του Σκλαβοκάμπου, του Πισκοκέφαλου, του Αποδούλου και της Κυδωνίας. Αυτά τα οικήματα αποτελούν μικρογραφία των ανακτορικών εγκαταστάσεων, είναι συνήθως πολυώροφα και διαθέτουν πολύθυρα, κλίμακες, φωταγωγούς, ιερούς χώρους και εκτεταμένες αποθήκες. Στον χώρο που περιέβαλλε το ανάκτορο της Κνωσού υψώνονταν οι κατοικίες των αξιωματούχων (μικρό ανάκτορο, βασιλική έπαυλη, οικία αρχιερέα, οικία ιερού βήματος), ενώ λίγο μακρύτερα απλωνόταν η ατείχιστη πόλη. Οι ανασκαφές στα Γουρνιά αποκάλυψαν την αρχιτεκτονική αυτών των πόλεων, αφού σε έναν χαμηλό λόφο εντοπίστηκαν τα ερείπια ολόκληρης πολιτείας, με στενά δρομάκια και μικρά σπίτια, όπου κατοικούσαν οι εργάτες της γης, οι ναυτικοί και οι ψαράδες. Στο ψηλότερο σημείο του λόφου είχε χτιστεί το μικρό ανάκτορο του άρχοντα. Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει η πόλη στο νησάκι Ψείρα, στον κόλπο του Μιραμπέλλου, που θα αποτελούσε
σπουδαίο εμπορικό σταθμό, καθώς και ο οικισμός του Παλαικάστρου, λόγω της γεωγραφικής του θέσης. Εκτός από τα κάθε είδους οικοδομήματα, κατασκευάζονταν πλακόστρωτοι δρόμοι και γέφυρες, που συνέδεαν τα ανάκτορα με τα λιμάνια τους (Κνωσός-Αμνισός) και άλλοι που συνέδεαν τα διάφορα μινωικά κέντρα. Οι Μινωίτες, πιστοί στη μνημειακή αρχιτεκτονική, ασχολήθηκαν και με την οικοδόμηση τάφων-μνημείων (βασιλικός τάφος Κνωσού), χρησιμοποιώντας παράλληλα για την ταφή των νεκρών λαξευτούς θαλαμοειδείς τάφους και πίθους ή ελλειψοειδείς λάρνακες.
Η εξάπλωση των Μινωιτών στα Α και στις ακτές της Μικράς Ασίας κατέστησε αναγκαία τη δημιουργία ενός κέντρου στην ανατολική άκρη του νησιού, ανάγκη που ικανοποίησε το ανάκτορο της Ζάκρου. Πρόκειται για το τέταρτο μεγαλύτερο ανάκτορο του νησιού, στο οποίο ανακαλύφθηκε πλήθος ευρημάτων, μεταξύ των οποίων ο μοναδικός θησαυρός λίθινων λατρευτικών αγγείων, καθώς και δείγματα των εισαγόμενων πρώτων υλών (χαλκά τάλαντα από την Κύπρο, ελεφαντόδοντο από τη Συρία). Ο αποικισμός με τη μορφή εμπορικών σταθμών συνεχίστηκε και στη νεοανακτορική περίοδο, ενώ στους ήδη υπάρχοντες σταθμούς προστέθηκαν και κάποιοι νέοι, όπως η Κέα, η Σαντορίνη, η Ρόδος, η Κάρπαθος και η Μίλητος.
Την οικοδόμηση μεγαλόπρεπων ανακτόρων, πολυτελών επαύλεων και ιδιωτικών κατοικιών ακολούθησε μια γενικότερη άνθηση όλων των τομέων της μινωικής τέχνης. Για πρώτη φορά το επίχρισμα στους τοίχους των ανακτόρων και των άλλων οικοδομημάτων αντικαταστάθηκε με σειρές πολύχρωμων τοιχογραφικών παραστάσεων (κόκκινο, μαύρο, κίτρινο, άσπρο, πράσινο, γαλάζιο), είτε διακοσμητικές είτε παρασιτικές. Στα χρόνια της μεγάλης ακμής, γύρω στο 1600 π.Χ., ανήκουν οι περισσότερες ανάγλυφες τοιχογραφικές παραστάσεις της Κνωσού (ταύρος βόρειας εισόδου, πρίγκιπας με κρίνα) καθώς και οι μικρογραφικές τοιχογραφίες, με παραστάσεις θρησκευτικής και τελετουργικής φύσης (τοιχογραφία με κυρίες ή ιέρειες κοντά σε ιερό χώρο, όπου έχει συγκεντρωθεί μεγάλο πλήθος λατρευτών, προερχόμενο από το ανάκτορο της Κνωσού).
Στα χρόνια μετά το 1600 η συνέχεια της ειρηνικής διαβίωσης συνετέλεσε στην ανέλιξη όλων των μορφών της τέχνης. Τα ανάκτορα αποτελούσαν και πάλι τον κεντρικό άξονα γύρω από τον οποίο κινείτο η καλλιτεχνική έκφραση. Χαρακτηριστική είναι η εμφάνιση νέων μοτίβων στις τοιχογραφίες, όπου εκτός από τις φυσιοκρατικές σκηνές (φυτά, λουλούδια, πουλιά, πίθηκοι) συναντώνται και άλλα θέματα, όπως στην τοιχογραφία της ταυροπαιδιάς, στην Παριζιάνα, στη μεγαλόπρεπη πομπή των νέων που φέρνουν δώρα στη βασίλισσα κ.α. Στον χώρο της τοιχογραφίας ανήκει και το αξιόλογο εύρημα της λίθινης σαρκοφάγου από την Αγία Τριάδα, οι επιφάνειες της οποίας καλύπτονται με λατρευτικές παραστάσεις. Τοιχογραφημένες επιφάνειες κοσμούσαν συχνά τις επαύλεις και τα μέγαρα (Τύλισσος, Αμνισός). Τα ταφικά έθιμα παρέμειναν αναλλοίωτα, αν και στη διάρκεια αυτής της περιόδου η ταφή γινόταν συχνότερα σε πήλινες σαρκοφάγους και σε θαλαμωτούς λαξευτούς τάφους.
Η μικροπλαστική –οι βάσεις της οποίας είχαν τεθεί ήδη από τα τέλη της προηγούμενης περιόδου, με μια σειρά χάλκινων ειδωλίων– άκμασε ιδιαίτερα αυτή την περίοδο. Εκτός από τον πηλό και τον χαλκό, χρησιμοποιήθηκαν και άλλα υλικά, όπως η υαλόμαζα, ο χρυσός, το ελεφαντοκόκαλο και η φαγεντιανή· από φαγεντιανή και υαλόμαζα κατασκευάστηκαν οι περίφημες θεές των όφεων. Η τεχνική πρόοδος αυτών των δειγμάτων (χρησιμοποιούνται καλούπια και μετά το τελικό πλάσιμο η επιφάνεια γυαλίζεται με ένα είδος χημικού μείγματος) συνδυάστηκε με την εντυπωσιακή παρουσίαση της πολυτελούς αμφίεσης, που την εποχή εκείνη ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένη στην Κ. Ένα άλλο περίτεχνο δείγμα της μικροπλαστικής είναι ο ταυροκαθάπτης από ελεφαντοκόκαλο, που βρέθηκε στην Κνωσό και αναπαριστάνει έναν νέο άνδρα που κινείται ελεύθερα στον χώρο. Ενδιαφέρουσα είναι και η ομάδα των σπονδικών αγγείων, σε σχήμα κεφαλιού ταύρου, από το μικρό ανάκτορο της Κνωσού και από τη Ζάκρο. Στο ανάκτορο της Αγίας Τριάδας ανακαλύφθηκαν τρία μοναδικά λίθινα ανάγλυφα αγγεία με παραστάσεις πυγμαχίας και ταυροπαιδιάς το ένα, με απεικόνιση λατρευτικής πομπής προς τιμήν της αγροτικής φυσιοκρατικής θεάς (αγγείο θεριστών) το δεύτερο και με παράσταση νεαρού πρίγκιπα και αξιωματικού το τρίτο. Παρόμοιο αγγείο με ανάγλυφες παραστάσεις τριμερούς ιερού, χτισμένου επάνω σε βραχώδη λόφο, εντοπίστηκε στο ανάκτορο της Ζάκρου.
Στην κεραμική επικράτησε κλίμα παρεμφερές με εκείνο των τοιχογραφικών παραστάσεων. Ο πολύχρωμος καμαραϊκός ρυθμός είχε πλέον εκλείψει, ενώ μετά το 1600 το ίδιο συνέβη και στα διακοσμητικά θέματα, που στις πρώτες φάσεις της περιόδου κάλυπταν την επιφάνεια του αγγείου (απλά γεωμετρικά ή ανάγλυφα μετάλλια πάνω σε πίθους). Τη θέση τους κατέλαβαν δύο νέοι κεραμικοί ρυθμοί: ο ρυθμός της χλωρίδας και ο θαλάσσιος. Οι βάσεις των νέων ρυθμών είχαν ήδη τεθεί στη διάρκεια των προηγούμενων περιόδων, αλλά σε αυτή τη φάση αναπτύχθηκαν ουσιαστικά, παράγοντας εκπληκτικά δείγματα τεχνικής τελειότητας. Στη φάση αυτή εμφανίστηκε και ένα νέο κεραμικό σχήμα, ο ψευδόστομος αμφορέας, το οποίο παρέμεινε ιδιαίτερα προσφιλές μέχρι το τέλος του μινωικού πολιτισμού. Η σφραγιδογλυφία στη νεοανακτορική περίοδο παρουσίασε δείγματα εξαιρετικής τέχνης, εκπροσωπούμενη κυρίως από τα αμυγδαλοειδή και τα φακοειδή σχήματα. Συχνή ήταν η αναπαράσταση ψαριών, πουλιών, φυτών, ταύρων, αγριμιών και λιονταριών που κατασπαράσσουν ταύρους πάνω σε ημιπολύτιμους λίθους. Πολλές φορές οι σφραγιδόλιθοι έφεραν τελετουργικές και θρησκευτικές παραστάσεις, απεικονίσεις πολύτιμες για τη μελέτη της μινωικής θρησκείας.
Αξιόλογη πρόοδος παρατηρήθηκε και στη μεταλλοτεχνία με την κατασκευή χάλκινων σκευών (υδρίες, λέβητες, αμφορείς) προερχόμενων από την Κνωσό, την Τύλισσο και τα Μάλια. Δημιουργήθηκαν επίσης χάλκινα εργαλεία κάθε είδους, μεταξύ των οποίων –για πρώτη φορά– ξίφη με μήκος μεγαλύτερο του 1 μ. (ευρήματα ανακτόρου Μαλίων). Αρκετά διαδεδομένη υπήρξε και η κατεργασία του χρυσού για τη δημιουργία κοσμημάτων, όπως σκουλαρίκια, δαχτυλίδια, χάντρες για περιδέραια κλπ.
Περίπου το 1450 π.Χ. μια αιφνίδια καταστροφή ισοπέδωσε όλα τα μινωικά κέντρα. Η Κνωσός δοκιμάστηκε ιδιαίτερα από αυτή την καταστροφή, που στις περισσότερες περιπτώσεις συνδυάστηκε με πυρκαγιές μεγάλης έκτασης. Οι τελευταίες ανασκαφές ενισχύουν τη θεωρία σύμφωνα με την οποία η καταστροφή οφειλόταν στην έκρηξη του ηφαιστείου της Θήρας. Μολονότι μετά την καταστροφή τα περισσότερα μινωικά κέντρα εγκαταλείφθηκαν για μεγάλο χρονικό διάστημα ή ολοκληρωτικά, η Κνωσός ανοικοδομήθηκε κατά ένα μέρος και επανεντάχθηκε στους ρυθμούς της καθημερινότητας. Η μόνη μεταβολή που επήλθε ήταν ότι οι πρίγκιπες της Κνωσού δεν ήταν πλέον Μινωίτες αλλά Μυκηναίοι άρχοντες. Ο μικρός αριθμός των νέων εισβολέων διευκόλυνε σημαντικά τη συγχώνευσή τους με τους παλιούς κατοίκους του νησιού. Η παρουσία των Μυκηναίων έγινε πιο ουσιαστική, μέσα από την ανάπτυξη του ελλαδικού ανακτορικού ρυθμού, κύρια χαρακτηριστικά του οποίου υπήρξαν τα φυτικά κοσμήματα (άνθη παπύρου, κρίνα, φύλλα κισσού) και τα χταπόδια σε ενιαία διάταξη. Ιδιαίτερα διαδεδομένα ήταν και τα λεγόμενα εφυραϊκά κύπελλα, με χαμηλό πόδι, που κατασκευάζονταν σε εργαστήρια της Κνωσού.
Η Κνωσός εξακολούθησε να αποτελεί το σημαντικότερο κέντρο του νησιού, με εξασθενημένη όμως επιβολή στα υπόλοιπα τοπικά κέντρα. Ύστερα μάλιστα από δύο γενιές, με την οριστική καταστροφή του ανακτόρου της Κνωσού, τα τοπικά κέντρα αυτονομήθηκαν σε θρησκευτικό και διοικητικό επίπεδο, ενώ καλλιτεχνικά οι τεχνίτες κατάφεραν για πρώτη φορά να εκφράσουν ελεύθερα την προσωπική τους αισθητική. Φυσικό επακόλουθο ήταν η επικράτηση της αφαίρεσης στην τέχνη (κεραμική, τοιχογραφίες) που αντικατέστησε τον φυσιοκρατικό κορεσμό των προηγούμενων περιόδων.
Στα έθιμα ταφής δεν παρατηρήθηκαν αλλαγές, αφού συνεχίστηκε η ταφή των νεκρών σε υπόγειους θαλαμωτούς τάφους και σε λάρνακες (καμιά φορά ξύλινες). Ο βασιλικός, ορθογώνιος θολωτός τάφος των Ισοπάτων αποτελεί το σπουδαιότερο ταφικό μνημείο της ύστερης νεοανακτορικής περιόδου. Ανάμεσα στα ευρήματα, που ανέδειξαν οι θαλαμωτοί τάφοι της Κνωσού, εντοπίστηκαν χάλκινα κράνη και άλλα αμυντικά και επιθετικά όπλα, γεγονός που ερμηνεύεται από την παρουσία Μυκηναίων αρχόντων στην Κνωσό.
Περίπου το 1400 π.Χ. το ανάκτορο της Κνωσού καταστράφηκε ολοσχερώς, εξέλιξη της οποίας τα αίτια παραμένουν αδιευκρίνιστα. Οι θεωρίες που υποστηρίχθηκαν κατά καιρούς δεν καλύπτουν τα δημιουργούμενα ερωτηματικά ούτε συμφωνούν με τα αποτελέσματα των ανασκαφών. Αν αποκλειστούν οι θεωρίες της καταστροφής από σεισμό ή από επανάσταση των σκλάβων Μινωιτών εναντίον των Μυκηναίων αρχόντων της Κνωσού, απομένει ως μόνη πιθανή ερμηνεία η εισβολή Μυκηναίων, που για διάφορους λόγους εναντιώθηκαν στους, μυκηναϊκής καταγωγής, άρχοντες της Κνωσού. Πραγματικά, μετά το 1450 π.Χ. η μόνη αξιόλογη δύναμη στην Κ. ήταν εκείνη των Μυκηναίων στην Κνωσό, αφού τα υπόλοιπα μινωικά κέντρα είτε είχαν εγκαταλειφθεί είτε βρίσκονταν σε μαρασμό, αδυνατώντας να αντιδράσουν δυναμικά στους εισβολείς Ελλαδίτες. Ο ήπιος, άλλωστε, και ειρηνικός χαρακτήρας των Μινωιτών αντιστεκόταν σε επιχειρήσεις τέτοιου είδους, χωρίς να αποκλείεται και η εκδοχή σύμφωνα με την οποία το ολιγάριθμο των εισβολέων (ίσως μάλιστα έφτασαν στην Κ. όχι ως εισβολείς αλλά ως κληρονόμοι διά επιγαμίας) προκάλεσε ένα είδος μινωοποίησής τους. Αναμφίβολα, πάντως, οι τελευταίοι άρχοντες της Κνωσού ήταν Έλληνες, αφού οι πινακίδες με τη Γραμμική Β του ανακτόρου ήταν γραμμένες σε πρωτοελληνική διάλεκτο. Η αντίθεση αυτών των αρχόντων με τους συγγενικούς τους Ελλαδίτες ίσως να υπήρξε και η πραγματική αιτία μιας οργανωμένης εισβολής στο νησί.
Μετανακτορική περίοδος (1400-1100 π.Χ.). Η τελική καταστροφή του ανακτόρου της Κνωσού δεν σηματοδότησε και το τέλος του μινωικού πολιτισμού. Μολονότι τα ερείπια του ανακτόρου καταλήφθηκαν από ιδιώτες, που διαμόρφωσαν τους χώρους του σύμφωνα με τις ανάγκες τους, το κέντρο μεταφέρθηκε σε άλλο σημείο του νησιού. Παράλληλα, αναπτύχθηκαν τα παλιά μινωικά κέντρα της ανατολικής και δυτικής ακτής με βάση την παράδοση του νησιού και όχι τα νέα στοιχεία που έφεραν μαζί τους οι Μυκηναίοι εισβολείς. Πολλοί ερευνητές ονομάζουν αυτή την περίοδο μυκηναϊκή ή κρητομυκηναϊκή, αν και η μελέτη του αρχαιολογικού υλικού δεν προδίδει μυκηναϊκή επίδραση στην τέχνη και γενικά στον τρόπο ζωής των κατοίκων του νησιού, στη διάρκεια της μετανακτορικής περιόδου. Φυσικά εισήχθησαν πολλά νέα στοιχεία, τόσο στην τέχνη όσο και στους άλλους τομείς της κοινωνικής δραστηριότητας (διοίκηση, θρησκεία), όχι όμως με στείρα μίμηση αλλά με μια συνειδητή προσπάθεια αφομοίωσης που πέτυχε απόλυτα. Η μινωική παράδοση ήταν ακόμα βαθιά ριζωμένη στα κέντρα, η ανάπτυξη των οποίων παρουσίαζε πιο σταθερούς ρυθμούς. Το πιο σημαντικό κέντρο της δυτικής Κ. ήταν αυτό της Κυδωνίας, που στην αρχή της δεύτερης φάσης της περιόδου αναδείχθηκε σε ένα από τα πιο αξιόλογα κέντρα του νησιού. Στην ανατολική Κ. το σπουδαιότερο κέντρο βρισκόταν κοντά στο χωριό Επισκοπή, σημείο ελέγχου της εύφορης πεδιάδας της Ιεράπετρας.
Οι αρχαιολογικές έρευνες δεν έχουν προσδιορίσει ακόμη το ακριβές σημείο του νησιού, όπου μεταφέρθηκε η έδρα των Μυκηναίων αρχόντων της Κ. Στα ερείπια πάντως της μινωικής έπαυλης στην Αγία Τριάδα οικοδομήθηκε ένα μέγαρο μυκηναϊκού τύπου, ενώ παρόμοια μέγαρα ανεγέρθηκαν στην Τύλισσο και στον Χόντρο Βιάννου. Η μελέτη των νεκροταφείων αυτής της περιόδου μαρτυρεί ότι οι πόλεις της Κνωσού και της Φαιστού ήταν πυκνοκατοικημένες, ενώ παρέχει στοιχεία για αρκετές άγνωστες μέχρι σήμερα, αν και σημαντικές, μινωικές πόλεις (νεκροταφείο Καλαμίου Χανίων, νεκροταφείο Αρμένων Ρεθύμνης). Οι τάφοι ήταν υπόγειοι θαλαμωτοί, σκαμμένοι στον μαλακό βράχο (κούσκουρας) και οι νεκροί θάβονταν είτε εκτάδην –πολλές φορές σε αβαθείς λάκκους– είτε σε σαρκοφάγους, οι οποίες, στην αρχή ιδίως της περιόδου, διατηρούσαν πολλά στοιχεία της μινωικής παράδοσης στα θέματα και στην πολυχρωμία. Τα ευρήματα ήταν σε γενικές γραμμές ελάχιστα, αν και έχουν βρεθεί αρκετά χρυσά κοσμήματα, θαυμάσιοι σφραγιδόλιθοι και χάλκινα όπλα. Τέλος, τα εξαιρετικής τεχνικής αγγεία παρουσίαζαν μια εντονότερη αφαίρεση ως προς τα διακοσμητικά στοιχεία που χρησιμοποιούνταν. Σε αυτή την περίοδο ανήκουν και οι χτιστοί θολωτοί τάφοι του Αποδούλου Ρεθύμνης και του Στύλου Χανίων, καθώς και ο τετράγωνος θολωτός του Μάλεμε Χανίων. Στην ίδια περίοδο χρονολογείται και το ανεκτίμητης αξίας εύρημα που παραδόθηκε πρόσφατα (2001) στις αρχές από έναν Κρητικό ιδιώτη· πρόκειται για το συμβατικά αποκαλούμενο δαχτυλίδι του Μίνωα (Μουσείο Ηρακλείου), που οι ειδικοί το χαρακτήρισαν «αριστούργημα της μινωικής μικροτεχνίας».
Το χαρακτηριστικό της αφαίρεσης στην κεραμική εμφανίστηκε και στην πλαστική, με έκδηλη, στα σωζόμενα δείγματα, μια σχεδόν απόλυτη ακαμψία και ξηρότητα, πλήρως αντιτιθέμενη με τα επιτεύγματα της μινωικής πλαστικής των προηγούμενων περιόδων. Βασικοί εκπρόσωποι αυτής της τάσης είναι τα μεγάλα πήλινα λατρευτικά ειδώλια της θεάς με υψωμένα τα χέρια. Στην προχωρημένη μετανακτορική περίοδο η Κ. είχε πλέον χάσει το διεθνές κύρος της και η ακτινοβολία της είχε περιοριστεί σημαντικά. Σαφή επιβεβαίωση αυτής της εξέλιξης αποτέλεσε η παρουσία του Ιδομενέα στην εκστρατεία της Τροίας, ως επικεφαλής επτά μόνο πόλεων. Σε αυτή τη φάση οι περισσότεροι οικισμοί ερημώθηκαν και οι κάτοικοι κατέφυγαν σε απρόσιτες ορεινές τοποθεσίες, όπου έχτισαν πρόχειρα μικρά χωριά και συνέχισαν εκεί τον παραδοσιακό, εκφυλισμένο πλέον, πολιτισμό τους (Καρφί, Βρόκαστρο, Καβούσι κ.ά.). Είναι η αρχή της λεγόμενης υπομινωικής (1100-1000 π.Χ.) περιόδου, στα πλαίσια της οποίας ξεπρόβαλαν τα ίχνη ενός νέου πολιτισμού, που έφερε τα σημάδια της προηγηθείσας μινωικής ακμής.
Ιστορικοί χρόνοι. Κατά την πρωτογεωμετρική περίοδο η κεραμική εξακολούθησε να δέχεται την αττική και κυκλαδική επίδραση, χωρίς ωστόσο να φέρει ενδείξεις απόλυτης μίμησης. Εισήχθησαν ορισμένα καινούργια σχήματα αγγείων (υδρία κυκλαδικού τύπου), γενικά όμως, τόσο οι μορφές των αγγείων όσο και τα διακοσμητικά θέματα φέρουν αρκετές ομοιότητες με εκείνα της τελευταίας μετανακτορικής περιόδου. Η πλαστική και η μεταλλοτεχνία δεν παρουσίασαν σχεδόν καμία εξέλιξη. Στη γεωμετρική περίοδο η κεραμική –σύμφωνα με τα ευρήματα στα νεκροταφεία της Φορτέτσας και των Αρκάδων– δέχτηκε έντονες ανατολικές επιδράσεις, αν και τα τοπικά κρητικά εργαστήρια διατήρησαν πλήθος μινωικών στοιχείων.
Η επαφή με την Ανατολή, συνέπεια της εμπορικής επικοινωνίας, παρείχε στους Κρήτες τη δυνατότητα να διανθίσουν τις καλλιτεχνικές τους αναζητήσεις, προετοιμάζοντας μια ακόμη εποχή πολιτιστικής ακμής.
Από τα δείγματα της μεταλλοτεχνίας, εκτός από τα όπλα, ενδιαφέρουσα είναι η σειρά των ασπίδων-αναθημάτων από το Ιδαίο Άντρο (το κυριότερο κέντρο λατρείας του Δία), που φέρουν παραστάσεις με θέματα από τη μυθολογία, το κυνήγι και τον πόλεμο, τα χρυσά κοσμήματα από τον τάφο του Τεκέ, κοντά στο Ηράκλειο, και οι χάλκινες ζώνες από το νεκροταφείο της Φορτέτσας. Αν και η επίδραση της Αιγύπτου στους τεχνίτες της Κ., ως προς την απόδοση της ανθρώπινης μορφής, υπήρξε φανερή, ωστόσο η κρητική σχολή (δαιδαλική) αποδεσμεύτηκε γρήγορα από αυτά τα πρότυπα και συνέβαλε στην ανέλιξη της ελληνικής αρχαϊκής πλαστικής.
Οι πρώτες δεκαετίες της αρχαϊκής περιόδου ήταν εποχή μεγάλης ακμής για την κρητική σχολή, ενώ τα βασικότερα κέντρα της νέας φάσης ήταν η Ελεύθερνα, ο Πρινιάς, ο Δρήρος, η Γόρτυς και η Αξός. Από τα πιο αντιπροσωπευτικά δείγματα της δαιδαλικής πλαστικής είναι ο κορμός της Eλεύθερνας, οι θεές και η πομπή των πολεμιστών από τον Πρινιά, τα χάλκινα σφυρήλατα αγαλμάτια της απολλώνειας τριάδας από τον Δρήρο και η σειρά των πήλινων ειδωλίων από τη Γόρτυνα και την Αξό.
Η αρχαϊκή περίοδος αποτέλεσε την τελευταία φάση πραγματικής πολιτιστικής ανέλιξης στο νησί. Η ιδιομορφία, που από την εποχή των πρώτων μινωικών ανακτόρων χαρακτήριζε την τέχνη της K., εξαφανίστηκε στα τέλη του 6ου αι. π.Χ. Οι καλύτεροι γλύπτες (Δίποινος και Σκύλλις) και αρχιτέκτονες (Χερσίφρων και Μεταγένης) μετανάστευσαν στην Πελοπόννησο και στην Ιωνία. Η αφαίμαξη αυτή προκλήθηκε εξαιτίας της φθοράς των πνευματικών δυνάμεων του νησιού, αλλά και του αυστηρού δωρικού τρόπου ζωής, που έχει μεταβάλει το πνεύμα, προσαρμόζοντάς το στα πρότυπα της μητροπολιτικής Σπάρτης.
Στις επόμενες περιόδους η παραγωγή τόσο της γλυπτικής όσο και της κεραμικής ήταν περιορισμένη και ασήμαντη. Τα ευρήματα των ανασκαφών μαρτυρούν κακή απομίμηση ελλαδικών και αττικών προτύπων. Η κοσμηματοποιία διατηρήθηκε σε κάποιο υψηλότερο επίπεδο· χαρακτηριστικά είναι τα ασημένια κοσμήματα (πόρπες, περόνες, δαχτυλίδια) από την Τάρρα. Αντίθετα, τα νομίσματα των ελληνιστικών χρόνων είναι πολύ καλής ποιότητας και μαρτυρούν σεβασμό στην παράδοση. Τέλος, αξιόλογο δείγμα της ρωμαϊκής περιόδου αποτελούν τα γυάλινα, πολλές φορές πολύχρωμα αγγεία. Ένα από τα πιο σημαντικά εργαστήρια υαλοτεχνίας βρισκόταν στην Τάρρα.
Μινωική θρησκεία. Οι πρώτες θρησκευτικές εκδηλώσεις του ανθρώπου, ήδη από την αρχή της νεολιθικής περιόδου, συνδέθηκαν άμεσα με τον σκληρό αγώνα για την επιβίωσή του. Ο άνθρωπος εκείνη την εποχή ήταν άρρηκτα δεμένος με τη γη. Οι καιρικές συνθήκες, οι εποχές του χρόνου, τα φυσικά φαινόμενα, ο κίνδυνος των άγριων ζώων, τον τρόμαζαν και συγχρόνως του δημιουργούσαν ένα είδος μυστηριακής συγκίνησης. Η μόνη διέξοδος, στην οποία τελικά κατέφευγε, ήταν η λατρεία της άγνωστης αυτής δύναμης που ταύτιζε με τη Μητέρα-Γη. Οι αναπαραστάσεις της, σε μικρά ειδώλια, παρουσιάζουν μια ευτραφή φιγούρα, χαρακτηριστική σε όλες τις περιοχές όπου άνθησε ο νεολιθικός πολιτισμός.Η νεολιθική θρησκευτική παράδοση υπήρξε ουσιαστική στη διαμόρφωση της μινωικής θρησκείας και του μικρού μινωικού πανθέου. Οι Μινωίτες εξακολούθησαν να λατρεύουν τη γυναικεία θεότητα και την ταύτισαν με τη θεά της βλάστησης, ενώ αντιλαμβάνονταν τον κύκλο της βλάστησης ως έναν νέο θεό που γεννιέται και πεθαίνει κάθε χρόνο και παντρεύεται τη θεά. Ο ιερός γάμος αυτών των δύο θεϊκών μορφών συναντάται και στις θρησκείες των ανατολικών λαών (Συρία, Βαβυλωνία, Σουμέρκη, Μικρά Ασία) και των Αιγυπτίων. Οπωσδήποτε, οι φυλετικές ομάδες που μετανάστευαν από τη Μικρά Ασία μετέφεραν και τις θρησκευτικές δοξασίες των περιοχών τους.
Η απεικόνιση της γυναικείας θεότητας ως θεάς των ορέων, του κυνηγιού, της θάλασσας, των φιδιών, των περιστεριών, κουροτρόφου ή πολεμικής θεάς, έθεσε το δίλημμα αν πρόκειται για διαφορετικές θεότητες με διαφορετικά ονόματα ή για μία και μοναδική με ποικίλες μορφές· η δεύτερη εκδοχή φαίνεται πιθανότερη. Η πολυθεΐα, που εμφανίστηκε με την κάθοδο των ινδοευρωπαϊκών φύλων στην Κ., ήταν άγνωστη ακόμα στους μινωικούς λατρευτές. Πέρα από τη γυναικεία θεά και τον νεαρό θεό, σώζονται παραστάσεις ενός άλλου νεαρού θεού, ίσως του κυνηγιού ή των ζώων.
Το τελετουργικό των θρησκευτικών τελετών ήταν πολύπλοκο και ιδιαίτερα αγαπητό στους λατρευτές. Από τις απεικονίσεις και τις παραστάσεις, καθώς και από τα διάφορα αφιερώματα που βρέθηκαν στα ιερά, καθίσταται δυνατή, σε γενικές γραμμές, η ανάπλαση αυτών των τελετών, για τις οποίες την ευθύνη είχαν το ιερατείο και η βασιλική οικογένεια (ο βασιλιάς ήταν συγχρόνως και θρησκευτικός αρχηγός). Θεωρείται ότι σε αυτές τις γιορτές ένα μέλος της βασιλικής οικογένειας εμφανιζόταν ως θεά, επικεφαλής της πομπής. Η επιφάνεια αυτή της θεότητας συνιστά ένα από τα κύρια στοιχεία της μινωικής θρησκείας και συνδυάζεται με ολόκληρη σειρά λατρευτικών χορών και άλλων παρεμφερών εκδηλώσεων. Μία από αυτές ήταν και οι ιερές ταυρομαχίες, τα ταυροκαθάψια, όπως αναπαρίστανται στην τοιχογραφία του ανακτόρου της Κνωσού, όπου νεαρά αγόρια και κορίτσια παίζουν με τον ταύρο. Η θεά πολλές φορές λαμβάνει τη μορφή ζώων ή πουλιών, μεταμόρφωση που επιβεβαιώνει τον φυσιοκρατικό χαρακτήρα της μινωικής θρησκείας. Η λίθινη σαρκοφάγος της Αγίας Τριάδας παρέχει ενδιαφέροντα στοιχεία για τον τρόπο της λατρείας και για τη σχέση λατρευτού-θεότητας-ιερέα ή ιέρειας.
Δεν είναι γνωστό αν στη μινωική Κ. λατρευόταν ο ιερός ταύρος, όπως συνέβαινε στην Αίγυπτο και στη Μικρά Ασία. Θεωρείται ωστόσο πιθανή η σύνδεση του ζώου με τη θεότητα, αφού η παρουσία ταύρων σε θρησκευτικές τελετές και η παράστασή τους σε συνδυασμό με θρησκευτικά σύμβολα ήταν αρκετά διαδεδομένη.
Πιο σημαντική ήταν η σχέση ανάμεσα στη θεότητα και στο φίδι, το οποίο πολλές φορές υποκαθιστά την ίδια τη θεότητα· το φίδι μπορεί να συνδέεται και με τον νεαρό θεό του μινωικού πανθέου. Στις διάφορες θρησκευτικές τελετές ήταν συχνή η παρουσία πιθήκων και άλλων φανταστικών όντων με κεφάλι ζώου και ανθρώπινο σώμα (δαίμονες). Η απαρχή αυτών των παραστάσεων ανάγεται κατά πάσα πιθανότητα στις διάφορες μυστηριακές και μαγικές εκδηλώσεις, όπου οι λατρευτές φορούσαν μάσκες και προσπαθούσαν με τη συμμετοχή τους να εξευμενίσουν ή να τιμήσουν τη θεότητα. Η προσφορά δώρων σε αυτήν είναι χαρακτηριστική του ρόλου των δαιμόνων.
Παρότι οι Μινωίτες έχτιζαν μεγαλοπρεπή ανάκτορα και επαύλεις και εντυπωσιακά ταφικά μνημεία, για την τέλεση των θρησκευτικών τους καθηκόντων προτιμούσαν απλούς, ανεπιτήδευτους χώρους. Πολλοί μελετητές υποστήριξαν ότι η επιλογή αυτών των χώρων οφειλόταν στην αδυναμία του ιερατείου να επιβληθεί, πιθανότερη όμως ερμηνεία είναι εκείνη σύμφωνα με την οποία η μινωική θρησκεία, βασισμένη σε μυστηριακές τελετές, χρειαζόταν χώρους ικανούς να υποβάλλουν τον πιστό. Έτσι, συνεχίστηκε η χρήση των σπηλαίων, δημιουργήθηκαν ειδικοί χώροι μέσα στα ανάκτορα και αξιοποιήθηκαν οι κορυφές ιερών λόφων (ιερά κορυφής)· τα τελευταία χρόνια έκαναν την εμφάνισή τους και οικιακά ιερά.
Η προσπάθεια του μινωικού ιερατείου, από τη μία πλευρά, να υποβάλει τον πιστό και η φυσική κλίση του Μινωίτη στις μυστηριακές τελετές, από την άλλη, αποτελούσαν τις βασικές προϋποθέσεις για τη δημιουργία των ιερών τόπων. Το εντυπωσιακό φυσικό σκηνικό των σπηλαίων, η απλή, χωρίς προσωπικότητα, και πολλές φορές σκοτεινή αίθουσα, μέσα στη γενική μεγαλοπρέπεια του ανακτόρου, το άγριο και γυμνό περιβάλλον του ιερού κορυφής, ήταν χώροι φροντισμένης επιλογής. Όταν πια η κεντρική εξουσία είχε διαλυθεί και δεν υπήρχε ο αρχηγός του ιερατείου, οι κάτοικοι του νησιού, επηρεασμένοι και από τους νέους κατοίκους, δεν δίστασαν να εγκαταλείψουν τους πατροπαράδοτους τόπους λατρείας και να στραφούν στα μικρά οικιακά ιερά. Χαρακτηριστική εξέλιξη της γενικής εσωτερικής αναστάτωσης, που ακολούθησε την καταστροφή του 1700 π.Χ., ήταν η εγκατάλειψη των ιερών κορυφής.
Ανάμεσα στα σημαντικότερα ιερά σπήλαια συγκαταλέγονται εκείνα της Τράπεζας, των Καμαρών, της Ειλειθυίας, του Ψυχρού, του Αρκαλοχωρίου, του Σκοτεινού, των Περιβολιών και της Πλατυβόλας Χανίων. Από τα ιερά κορυφής ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν εκείνα του Κόφινα, του Πετσοφά, του Γιούχτα και του Βρύσινα.
Στο ανάκτορο της Φαιστού υπήρχε το λεγόμενο τριμερές ιερό, διαμορφωμένο κατάλληλα για την προσφορά θυσιών και αναθημάτων. Η διάταξη του ιερού στο ανάκτορο της Κνωσού ήταν παρόμοια, αν και εκεί υπήρχε και το λεγόμενο τρικιόνιο ιερό, το οποίο βρισκόταν πάνω από μια ιερή κρύπτη, ένα δωμάτιο σκοτεινό με πεσσό στη μέση· τέτοιες κρύπτες υπήρχαν στα περισσότερα μινωικά κέντρα. Λατρευτικής σημασίας ήταν και οι ιερές δεξαμενές, που θα πρέπει να θεωρηθούν καθαρτήριοι χώροι.
Η παρουσία πεσσού με εγχάρακτους διπλούς πελέκεις (καθαγιασμός λίθου) στις κρύπτες ερμηνεύτηκε ως είδος λιθολατρίας, της οποίας δείγματα εκδηλώθηκαν στη Μικρά Ασία. Η μινωική θρησκεία διέθετε σύμβολα που συχνά υποκαθιστούσαν την ίδια τη θεότητα, όπως τα κέρατα, το δέντρο, ο διπλός πέλεκυς, ο σταυρός και ο κόμβος. Ο πεσσός όμως, έστω και με σύμβολο της θεότητας χαραγμένο επάνω του, εξέφραζε περισσότερο λειτουργικό παρά λατρευτικό χαρακτήρα. Οι κρύπτες ήταν βέβαια ιεροί χώροι, ο πεσσός όμως δεν αποτελούσε σύμβολο λατρείας ούτε υποκαθιστούσε τη θεότητα, γεγονός που εξασθενεί την ισχύ της προηγούμενης ερμηνείας. Παραδείγματα οικιακών ιερών σώζονται στην Κνωσό, στο Γάζι, στο Καρφί και στην Αγία Τριάδα, όπου ανακαλύφθηκαν πήλινα ειδώλια, του γνωστού τύπου της θεάς με τα χέρια υψωμένα, στη χαρακτηριστική στάση της δέησης. Σημαντική θέση, τέλος, στην τέλεση των ιερών τελετών κατείχαν οι βωμοί, κινητοί ή κτιστοί, οι τράπεζες προσφορών, οι κέρνοι και τα ρυτά.
Ορισμένοι επιστήμονες υποστήριξαν ότι οι κάτοικοι του νησιού πίστευαν, ήδη από το τέλος της νεολιθικής περιόδου, στην επιβίωση του νεκρού. Τα αρχαιολογικά ευρήματα όμως αποδεικνύουν ότι μετά την ταφή και τη διάλυση του σώματος, δεν ενδιαφέρονταν ιδιαίτερα για τους νεκρούς. Η λατρεία σε ορισμένους τάφους-ιερά κατά την παλαιοανακτορική περίοδο, στον χώρο της ανατολικής Κ., υπήρξε μεμονωμένο φαινόμενο. Στην ίδια ακόμα περίοδο έκαιγαν τα οστά των νεκρών και τα συσσώρευαν στο εσωτερικό του τάφου για να εξοικονομήσουν χώρο (Μεσαρά). Στη νεοανακτορική και μετανακτορική περίοδο δεν παρατηρήθηκαν ανάλογα φαινόμενα. Εξάλλου, πολλοί τάφοι συλήθηκαν λίγο καιρό μετά την ταφή και το κλείσιμό τους. Στην περίπτωση των τάφων που ανήκαν σε πρίγκιπες-φεουδάρχες, οι οποίοι ήταν ταυτόχρονα και θρησκευτικοί αρχηγοί, η λατρεία πραγματοποιείτο ως φυσική συνέπεια της θέσης και του τίτλου που κατείχαν όσο ζούσαν.
Η παρουσία μυκηναϊκής δυναστείας στην Κνωσό μετά το 1450 π.Χ. προκάλεσε την εισαγωγή θεοτήτων του ινδοευρωπαϊκού πανθέου. Οι πινακίδες γραμμικής Β του ανακτόρου είναι αρκετά διαφωτιστικές, αφού αποκαλύπτουν τη λατρεία του Δία, της Ήρας, της Αθηνάς και του Ποσειδώνα της Ποτνίας. Αναμφίβολα οι μινωικές δοξασίες συγχωνεύθηκαν με τις μυκηναϊκές και η μινωική θεότητα, μαζί με τους δύο νεαρούς θεούς, αναμείχθηκαν με τις θεές και τους θεούς του ινδοευρωπαϊκού πανθέου. Και στην αρχαία ελληνική θρησκεία υπήρχαν πολλά κατάλοιπα μινωικών δοξασιών (μύθος Ερεχθέα κ.ά.), ενώ πολλά από τα σύμβολα της μινωικής θεότητας επανεμφανίστηκαν ως χαρακτηριστικά θεοτήτων του ελληνικού πανθέου (για παράδειγμα, Αθηνά: φίδι και πολεμικές ιδιότητες· Άρτεμη: κυνήγι-θηρία· Αφροδίτη: περιστέρια κλπ.).
Μινωική γραφή. Λίγο πριν από τα τέλη της προανακτορικής περιόδου (2600-2000 π.Χ.) εμφανίστηκαν πάνω σε σφραγιδόλιθους ιδεογράμματα, που αποτελούσαν την πρώτη προσπάθεια γραμμικής απόδοσης των φωνητικών φθόγγων. Στην παλαιοανακτορική περίοδο (2000-1700 π.Χ.) αυτά τα ιδεογράμματα απέκτησαν συλλαβική σημασία, δημιουργώντας την ιερογλυφική γραφή. Ο Έβανς συγκέντρωσε 135 ιερογλυφικά σύμβολα και διαίρεσε τη γραφή σε δύο φάσεις, από τις οποίες η δεύτερη συμπίπτει με τη μεγάλη άνθηση των παλαιοανακτορικών εγκαταστάσεων. Από τα ιερογλυφικά σύμβολα που αναγνώρισε ο Έβανς, άλλα παριστάνουν κεφάλια ζώων, άλλα απεικονίζουν ανθρώπινα μέλη και άλλα αντικείμενα καθημερινής χρήσης.
Το πιο εντυπωσιακό δείγμα ιερογλυφικής γραφής είναι ο δίσκος της Φαιστού, που αποκαλύφθηκε το 1903 μαζί με μια πινακίδα της γραμμικής A. H αποκρυπτογράφηση αυτού του κειμένου, το οποίο είχε αποτυπωθεί σε σπειροειδή διάταξη και στις δύο πλευρές του πήλινου δίσκου, δεν έχει επιτευχθεί ακόμη. Η πιο πιθανή θεωρία, ανάμεσα στο πλήθος των θεωριών που έχουν διατυπωθεί, είναι εκείνη που αναφέρεται στον λατρευτικό χαρακτήρα του κειμένου, αφού ομάδες ιερογλυφικών συμβόλων επαναλαμβάνονται κατά διαστήματα, ενισχύοντας την εντύπωση ότι πρόκειται για θρησκευτικό ύμνο.
Στα πρώτα νεοανακτορικά χρόνια εμφανίστηκε ακόμη ένα σύστημα γραφής, που ονομάστηκε συμβατικά γραμμική Α. Τα πρώτα δείγματα αυτής της γραφής βρέθηκαν στο ανάκτορο της Φαιστού και όπως φαίνεται κατάγονταν από τα ιερογλυφικά σύμβολα, χωρίς ιδεογραμμική μορφή, αφού μοιάζουν περισσότερο με γεωμετρικής έμπνευσης συνδυασμούς γραμμών. Αυτό το σύστημα τελειοποιήθηκε και εξαπλώθηκε σε όλα τα ανακτορικά κέντρα στη διάρκεια της νεοανακτορικής περιόδου (1700-1400 π.Χ.). Τα σημεία του συστήματος Α ήταν περίπου 70 και εμφανίστηκαν είτε σε μεμονωμένες μικρές επιγραφές, σε τοίχους ανακτόρων, σε σφραγίσματα, σε πίθους, σε μικρές λίθινες τράπεζες προσφορών, είτε σε μικρές ορθογώνιες πήλινες πινακίδες. Η αποκρυπτογράφηση της γραμμικής Α δεν έχει πραγματοποιηθεί, αν και έχουν καταβληθεί πολλές προσπάθειες προς αυτή την κατεύθυνση. Περίπου το 1450 π.Χ. εμφανίστηκε μια τελειοποιημένη μορφή της γραμμικής Α, που ονομάστηκε γραμμική Β. Πρόκειται για το σύστημα γραφής που χρησιμοποιήθηκε από τους εισβολείς Μυκηναίους. Αυτή η πρωτοελληνική γραφή αποκρυπτογραφήθηκε από τους Άγγλους Βέντρις και Τσάντγουικ το 1952 ενώ τα αποτελέσματα της προσπάθειάς τους έγιναν ευρέως αποδεκτά. Δείγματα αυτής της γραφής στην Κ., εκτός από την περιοχή της Κνωσού, εντοπίστηκαν μόνο στην περιοχή των Χανίων (Κυδωνία, σπηλιά Περιβολιών, 1400 π.Χ.), πάνω σε ψευδόστομους αμφορείς. Το περιεχόμενο των πινακίδων της Κνωσού με γραμμική Β είναι κυρίως λογιστικό και απαριθμεί τα περιουσιακά στοιχεία του βασιλιά της Κνωσού. Σε μερικές όμως πινακίδες υπάρχουν στοιχεία για προσφορές σε θεότητες, για την κοινωνική σύνθεση και την οργάνωση των βασιλείων, πληροφορίες πολύ σημαντικές για τους ερευνητές της μινωικής αρχαιολογίας.
Βυζαντινή τέχνη
Η ύπαρξη στην K. 20 μεγάλων πόλεων, ο επιμερισμός των αρμοδιοτήτων της Εκκλησίας σε 10 επισκοπές και η καίρια θέση του αρχιεπισκόπου-μητροπολίτη στα πρακτικά των Οικουμενικών Συνόδων δημιούργησαν από την παλαιοχριστιανική ήδη εποχή τις κατάλληλες προϋποθέσεις για την ανάπτυξη της χριστιανικής τέχνης. Στις επισκοπικές έδρες, στις πόλεις και στα ασφαλή παράλια εφαρμόστηκε η ναοδομία, η οποία, ακολουθώντας τις αρχιτεκτονικές μορφές και τις διακοσμητικές αρχές της ύστερης αρχαιότητας, συγκρότησε τον τύπο της ξυλόστεγης παλαιοχριστιανικής βασιλικής, ο οποίος επικράτησε σε όλες τις παράλιες χώρες της ανατολικής λεκάνης της Μεσογείου. Αν και η αρχαιολογική σκαπάνη αποκάλυψε μόνο 7, η έρευνα επισήμανε περισσότερες από 40 βασιλικές στην Κ., αριθμός που αποδεικνύει τον δυναμισμό της χριστιανικής κοινωνίας κατά τη διάρκεια του 5ου και του 6ου αι. Πρόκειται για ορθογώνια κτίρια, στα οποία κυριαρχεί ο άξονας του μήκους, σκεπασμένα με ξύλινες στέγες, υπερυψωμένες στο μέσο, γεγονός που διασφαλίζει την ευρυχωρία και τη φωτεινότητα. Το εσωτερικό, το οποίο χωρίζεται σε τρία άνισα κλίτη με μακρές κιονοστοιχίες, εμφανίζει ελληνική αντίληψη στην καθαρή οργάνωση του χώρου. Στην ανατολική στενή πλευρά ανοίγεται η ημικυκλική ή πολυγωνική αψίδα του ιερού, όπου βρίσκεται η Αγία Τράπεζα και το φράγμα του πρεσβυτερίου, ενώ στη δυτική προσκολλάται ο νάρθηκας και το αίθριο με τις υπόστυλες στοές. Εφαρμόζονται και εδώ τα πολύχρωμα ψηφιδωτά δάπεδα με την πλούσια θεματολογία και το πνεύμα της εικονογραφίας της ύστερης αρχαιότητας, είτε για καθαρά διακοσμητικούς σκοπούς είτε για να διατυπωθούν θρησκευτικές ιδέες. Τα θωράκια, από τέμπλα και άμβωνες, τα κιονόκρανα και τα υπόλοιπα αρχιτεκτονικά μέλη, που έφεραν στο φως οι ανασκαφές, διακοσμούνται και αυτά με φύλλα άκανθας, ελικοειδείς βλαστούς, μονογράμματα, γεωμετρικά θέματα ή και με ζωικές παραστάσεις, σε χαμηλό ανάγλυφο, πάνω στο οποίο η εναλλαγή του φωτός και της σκιάς τείνει ολοένα και περισσότερο να δημιουργήσει ένα επίπεδο πλέγμα περίτεχνης καλαισθησίας. Οι βασιλικές που ανασκάφηκαν στη Χερσόνησο και στην Κνωσό Ηρακλείου, στην Ελούντα Λασιθίου, στα Γουλεδιανά Ρεθύμνης και στη Σούγια Χανίων ανήκουν στον δρομικό ελληνιστικό τύπο με κιονοστοιχίες που φτάνουν μέχρι τον ανατολικό τοίχο, ενώ η βασιλική στον Πάνορμο Ρεθύμνης έχει εγκάρσιο κλίτος μπροστά από την αψίδα, που εξέχει στο πλαϊνό τμήμα του ναού (πτερύγια), δίνοντας έτσι στην κάτοψη σχήμα Τ.
Η συγκεκριμένη βασιλική, της οποίας σώζεται και το αίθριο με μια δεξαμενή νερού στη μέση, έχει ορθογώνιες πώρινες πλάκες στα δάπεδα, ενώ στις άλλες σώζονται, πάντοτε σε άνιση έκταση, πολύχρωμα μωσαϊκά δάπεδα με γεωμετρικά σχέδια σε ποικίλους συνδυασμούς, καθαρά διακοσμητικού χαρακτήρα, που διατάσσονται στα ορθογώνια διάχωρα. Η διατύπωση θρησκευτικών ιδεών μέσω συμβολικών λατρευτικών παραστάσεων εμφανίζεται σε διάχωρα στη βασιλική της Ελούντας (με απεικόνιση ψαριών) καθώς και στη βασιλική της Σούγιας με το θέμα του αμφορέα με ελικοειδείς βλαστούς και παγώνια (Θεία Κοινωνία).
Στην ίδια περίοδο εφαρμόστηκαν και άλλες μορφές της παλαιοχριστιανικής αρχιτεκτονικής, καταγόμενες από την αρχαιότητα όπως τα τρίκογχα και τα κυκλικά κτίρια. Η ανασκαφική έρευνα αποκάλυψε ένα τρίκογχο στη μητρόπολη Μεσαράς, όπου ένα τρίβηλο οδηγεί από τον νάρθηκα σε κεντρικό ορθογώνιο χώρο και στο σημείο αυτό ανοίγονται δύο κόγχες στα πλευρά και μία τρίτη ανατολικά για την αψίδα, η οποία είναι εγγεγραμμένη κατά τα συριακά πρότυπα, όπως και εκείνη της βασιλικής στο Καστρί Χερσονήσου. Στη νότια κόγχη σώζεται μωσαϊκό δάπεδο με γεωμετρικά πλέγματα και με έναν διάχωρο, τον οποίο γεμίζουν κλαδιά και πουλιά. Η χρήση των τρίκογχων ως μαρτυρίων οδηγεί στην εκτίμηση πως και αυτό το τρίκογχο της μητρόπολης ιδρύθηκε πάνω στον τάφο των Αγίων Δέκα, που μαρτύρησαν την εποχή του Δεκίου. Στο κυκλικό κτίριο της επισκοπής Κισσάμου, που σώζεται ακέραιο, με τον βαθμιδωτό τρούλο του, την αψίδα και το ιερό βήμα, προστέθηκαν μεταγενέστερα πλάγια κλίτη, νάρθηκας καθώς και κτίρια της Λατινικής επισκοπής, έτσι ώστε να αποστασιοποιείται από την αρχική του μορφή.
Η ιδανική έκφραση της παλαιοχριστιανικής αρχιτεκτονικής στην Κ. επιτυγχάνεται στον ναό του Αγίου Τίτου της Γόρτυνας, της πρωτεύουσας και έδρας του αρχιεπισκόπου-μητροπολίτη Κ., ένα από τα σημαντικότερα μνημεία της εποχής. Αυτή η τρουλαία βασιλική, που συνενώνει τις παλαιότερες αρχιτεκτονικές μορφές, συνδέεται με την πρώτη χρυσή περίοδο της βυζαντινής τέχνης, την εποχή του Ιουστινιανού, και με το πρωτότυπο δημιούργημά του, την Αγία Σοφία Κωνσταντινούπολης. Η μόνη διαφοροποίηση στην περίπτωση της Αγίας Σοφίας είναι η προέκταση των εγκάρσιων κεραιών μέχρι τους εξωτερικούς τοίχους, όπου βαθύνονται με αψίδες, δημιουργώντας σταυρικό σχήμα στη στέγη. Εξάλλου, το μονογράφημα, ΤΟΥ ΒΙΝΚΑΣ, έμβλημα του Ιουστινιανού, χαραγμένο σε κιονόκρανα και σε χάλκινα σκεύη του ναού, τονίζει τους δεσμούς με την αυτοκρατορική πρωτεύουσα. Παράλληλα, η ισοδομική τοιχοποιία από μεγάλες πέτρες, που προσδίδει λιτότητα αλλά και μεγαλοπρέπεια στις επιφάνειες του ναού, τις οποίες κλείνουν οι καμπύλες των θόλων και του τρούλου, προδίδει τη συγγένεια του κτίσματος με την οικοδομική παράδοση της Συρίας. Από τις ανατολικές επαρχίες της αυτοκρατορίας κατάγεται ο τύπος της μονοκλινούς τρουλωτής εκκλησίας, που εφαρμόστηκε στον Άγιο Νικόλαο του Μιραμπέλλου, όπου σώζονται υπολείμματα εικονοκλαστικών τοιχογραφιών του 8ου και του 9ου αι. Πρόκειται για ανεικονικό διάκοσμο, γεωμετρικής υφής, αποτελούμενο από τεμνόμενους κύκλους, που σχηματίζουν τετράφυλλα, με φυτικά συμπληρωματικά θέματα, πλοχμούς, πολύφυλλους ρόδακες και άλλα γεωμετρικά κοσμήματα, καθώς και από υπολείμματα σταυρών στην κόγχη. Η αντίδραση του πληθυσμού της Κ. στην εικονοκλαστική πολιτική του κέντρου συνέτεινε όχι μόνο στην απόσπαση του νησιού από τη δικαιοδοσία του αντιδραστικού πάπα της Ρώμης αλλά και στην επιβολή αυτής της πολιτικής σε περιοχή που δεχόταν τις πολιτιστικές επιδράσεις της Ανατολής.
Η ανάκτηση της Κ. από τον Νικηφόρο Φωκά τερμάτισε τη σκοτεινή περίοδο της αραβοκρατίας (826-961), εγκαινίασε τη σύναψη στενών δεσμών με το κέντρο και δημιούργησε τις προϋποθέσεις για καλλιτεχνική δημιουργία με τη μεταφύτευση της αυτοκρατορικής τέχνης. Ο Μιχαήλ Ατταλειάτης αναφέρει πως ο ίδιος ο Φωκάς ίδρυσε ναό στην Κ. Οι καταστροφές των πολιτιστικών κέντρων δεν επέτρεψαν τη διάσωση ζωγραφικών μνημείων αυτής της πρώτης περιόδου, μεταγενέστερα όμως έργα πέτυχαν την αντανάκλαση της ποιότητας των προτύπων.
Στον σταυροειδή με τρούλο ναό του Αγίου Ιωάννη στο Ρουκάνι Ηρακλείου (τέλη 11ου ή αρχές 12ου αι.), διαπιστώνεται η σύζευξη ελλαδικών μορφών με εκείνες της πρωτεύουσας. Ο τρούλος στηρίζεται σε τέσσερις χτιστούς πεσσούς, κατά το ελλαδικό σύστημα, και τα γωνιακά διαμερίσματα στεγάζονται με μικρούς χαμηλούς θόλους, ενώ με τη γραφικότερη διάθεση της πρωτεύουσας, οι εξωτερικές επιφάνειες διαρθρώνονται πλαστικά με διπλά και τριπλά τυφλά αψιδώματα. Η εξέλιξη της μονόκλιτης τρουλωτής εκκλησίας εκδηλώνεται στον ναό του Αγίου Ευτύχιου, στο Χρωμοναστήρι Ρεθύμνης του 11ου αι., με τις επιμήκεις διαστάσεις, τα τυφλά εσωτερικά αψιδώματα, την ανάπτυξη των εγκάρσιων κεραιών, που δημιουργούν στη στέγη σταυρό, και με το κυλινδρικό τύμπανο του τρούλου. Εδώ η λιτή –ελλαδική– αντίληψη εφαρμόζεται στη διάπλαση των κατακόρυφων επιφανειών, χωρίς πλαστικές εξάρσεις· αυτές, σε συνδυασμό με άφθονα κεραμικά κοσμήματα, εμφανίζονται στον μεταγενέστερο Άγιο Νικόλαο, στα Κυριακοσέλια Χανίων, δημιούργημα του ίδιου αρχιτεκτονικού τύπου. Στον απόμερο Άγιο Ευτύχιο σώζεται ο παλαιότερος διάκοσμος της μέσης περιόδου (11ος αι.), με τη Δέηση και δύο σειρές ιεραρχών και αγίων στην κόγχη. Οι μορφές είναι επίπεδες χωρίς σωματική υπόσταση και διαγράφονται μόνο με το χρώμα της ώχρας. Εγκλωβισμένες μέσα σε δυνατά περιγράμματα, με καθαρές έντονες γραμμές και πελώρια μάτια, που έχουν εκστατικό βλέμμα συγκεντρωμένο στο βάθος, χαρακτηρίζονται από ιερατική ακινησία. Επιστημονικές έρευνες εντόπισαν την καταγωγή αυτής της εξαιρετικά εκφραστικής τεχνοτροπίας –παλαιότερα ονομάστηκε μοναστική– στο μεγάλο καλλιτεχνικό κέντρο της Κωνσταντινούπολης. Ανάλογη κατεύθυνση ακολουθεί και ο διάκοσμος του ιερού Δέηση της Κεράς, στο ίδιο χωριό, ενώ την επιβίωση της τεχνοτροπίας αποδεικνύουν πολυπληθή μεταγενέστερα μνημεία (για παράδειγμα, Άγιος Γεώργιος Λαμπηνής Ρεθύμνης).
Η ενετική κατάκτηση (1210) προκάλεσε την έντονη πολιτιστική αντίδραση του γηγενούς στοιχείου, που επεδίωξε να κρατήσει την αυτονομία του με την αναδρομή στις κληροδοτημένες μορφές τέχνης. Έτσι η μνημειακή τέχνη του 12ου αι. συνέχισε και τον επόμενο αιώνα –τον 13ο– να ακμάζει στην Κ., η οποία παρέμενε ανεπηρέαστη από τις εξελίξεις που πραγματοποιούνταν στα καλλιτεχνικά κέντρα της εποχής. Χρονολογημένα μνημεία, όπως η Αγία Άννα στο Αμάρι Ρεθύμνης (1225), ο Άγιος Γεώργιος στο Κούνενι Χανίων (1284), ο Άγιος Ιωάννης στον Άγιο Βασίλειο Ηρακλείου (1291) και ο Άγιος Γεώργιος στη Σκλαβοπούλα Χανίων (1291), επιβεβαιώνουν την εμμονή στις παραδόσεις του μνημειακού ύφους της προηγούμενης περιόδου, αν και η καλλιτεχνική ποιότητα της εργασίας δεν ήταν πάντα η ίδια. Στις τοιχογραφίες του τελευταίου ναού, έργο του ιστοριογράφου Νικολάου, η ισορροπημένη σύνθεση, η ευγένεια των μορφών με τα καλογραμμένα χαρακτηριστικά και η ασφάλεια του σχεδίου θυμίζουν την αριστοκρατική τέχνη της πρωτεύουσας των Κομνηνών. Την ίδια τάση ακολουθούν και άλλες αχρονολόγητες τοιχογραφίες, με τις μεγάλες, σχεδιασμένες με καθαρές γραμμές μορφές να παρατάσσονται σε μεγάλους πίνακες κατά την αρχή της ισοκεφαλίας. Οι λιτές και ήρεμες, χωρίς βάθος συνθέσεις, όπως εκείνες του κεντρικού κλίτους της Παναγίας Κεράς στην Κριτσά Λασιθίου και στον Άγιο Παντελεήμονα στο Μπιτζαριανό Ηρακλείου, ενίοτε υποβιβάζονται σε λαϊκότροπες τεχνικές, όπως στις γεμάτες εκφραστική δύναμη τοιχογραφίες του Αγίου Γεωργίου στον Κρούστα Λασιθίου. Εξάλλου, τοιχογραφικά σύνολα, όπως ο Άγιος Παντελεήμονας στα Γαλύφα Ηρακλείου και ο Άγιος Ιωάννης στο Γερακάρι Ρεθύμνης, αντιπροσωπεύουν την Κομνήνεια τέχνη του 12ου αι. και αποκαλύπτουν τις πηγές έμπνευσης των τοιχογράφων του 13ου αι. Αλλά ακόμα και αν δεν είναι σίγουρη η χρονολογική τους ένταξη, παραμένει σημαντικό το γεγονός ότι και στην απόμερη K., όπως και αλλού, αναφαίνονται στοιχεία εκφραστικά του πάθους (Αποκαθήλωση στον Άγιο Ιωάννη Γερακαριού), τα οποία, όπως σωστά έχει αναφερθεί, στάθηκαν «προδρομικά για ολόκληρη την ευρωπαϊκή τέχνη».
Στην αρχιτεκτονική, την ίδια περίοδο, εφαρμόστηκαν οι βυζαντινοί ρυθμοί, αν και ενσωματώθηκαν και δευτερεύοντα στοιχεία δυτικής προέλευσης. Στην τρίκλιτη βασιλική του Αγίου Παντελεήμονα στο Μπιτζαριανό, με τις τρεις κόγχες, οι τοίχοι πλουτίζονται με τα γραφικά τυφλά αψιδώματα και διακοσμούνται με την ενσωμάτωση αρχαίων επιτύμβιων πλακών, ενώ παράλληλα, στις ανακατασκευασμένες στέγες εφαρμόζονται οι θόλοι με την οξυκόρυφη γοτθική διατομή. Επίσης, στην κομψή εκκλησία της Αγίας Ειρήνης στην Αξό Ρεθύμνης, το μνημειακό ύφος της δυτικής αρχιτεκτονικής είναι καταφανές στον νάρθηκα, σε μορφή σταυροειδούς ναού, του οποίου ο τρούλος περιβάλλεται από σκαλισμένα στην πέτρα τόξα, που παλαιότερα υποβαστάζονταν από κολονάκια. Εκτός από τις οξυκόρυφες καμάρες δυτικής προέλευσης υπάρχουν και τα οξυκόρυφα πλαίσια με τα πλούσια σκαλίσματα που κοσμούν τις πόρτες και τα παράθυρα, αρχιτεκτονικό στοιχείο το οποίο εντοπίζεται κυρίως στους πολυπληθέστερους μονόχωρους καμαροσκέπαστους ναούς. Αυτός ο τύπος ναού, ανατολικής προέλευσης, διαδόθηκε και κυριάρχησε στην κρητική ναοδομία, ευνοημένος από τις επικρατούσες συνθήκες, σε όλη τη μακρόχρονη περίοδο της ενετοκρατίας (1210-1669). Περισσότερα από 800 καμαροσκέπαστα εκκλησάκια τέτοιου τύπου, με τοιχογραφίες, φανερώνουν την καλλιτεχνική στάθμη του νησιού και τις επιδράσεις που δέχτηκε.
Στη διάρκεια του 13ου και του 14ου αι. η μνημειακή αρχιτεκτονική παρέμεινε πιστή στις βυζαντινές παραδόσεις, με τους μεγάλους σταυροειδείς τρουλαίους ναούς, στους οποίους κυριαρχούσε η έξαρση του ύψους. Αν και τετράστυλοι –ελλαδικοί–, δέχτηκαν έντονα τις επιδράσεις της σχολής της πρωτεύουσας, στεγάζοντας τα γωνιακά διαμερίσματα, από τα οποία τα δυτικά έγιναν επιμήκη, με καλοχτισμένα σταυροθόλια, και διαρθρώνοντας τις εξωτερικές επιφάνειες με τυφλά επάλληλα αψιδώματα, στολισμένα πάντα με πλούσιο κεραμοπλαστικό διάκοσμο (παραδείγματος χάριν οι ναοί Άγιος Δημήτριος Πηγής Ρεθύμνης, Παναγία Λαμπηνής Ρεθύμνης, Άι-κυρ-Γιάννης Αλικιανού Χανίων κ.ά.· στον τελευταίο μάλιστα, τα παράθυρα της κόγχης του ιερού εναλλάσσονται με χαρακτηριστικά διακοσμητικά μικρά κογχάρια). Παράλληλα, σε άλλους καθαρά βυζαντινούς αρχιτεκτονικούς τύπους (όπως ο ελεύθερος σταυρός με τρούλο, η θολωτή βασιλική, ο σταυρεπίστεγος κ.ά.) που εφαρμόζονταν και στη διάρκεια αυτής της περιόδου, ενσωματώνονταν επιδέξια τα ξένα στοιχεία στα πλαίσια των θυρών και των παραθύρων και στη μορφή των καμαρών (οξυκόρυφες).
Η ζωγραφική, αποδεσμευμένη από κάθε ξένη επίδραση, ακολούθησε τις βυζαντινές παραδόσεις και από τις αρχές του 14ου αι., υπό το καθεστώς ευνοϊκότερων συνθηκών, πύκνωνε όλο και περισσότερο τις επαφές της με τα δημιουργικά καλλιτεχνικά κέντρα της αποκατεστημένης, από τους Παλαιολόγους, αυτοκρατορίας. Έτσι η νέα τέχνη, με την ανατρεπτική της ορμή, διείσδυσε σταδιακά και στην K. Προσπάθεια πλαστικής απόδοσης των μορφών με συμπληρωματικά χρώματα και παραστάσεις της ζωής και της κίνησης στις συνθέσεις αναζητείται στις τοιχογραφίες του Αγίου Γεωργίου στην Αγία Τριάδα Ηρακλείου (1303), ενώ στο κοντινό χωριό του Αγίου Ιωάννη οι τοιχογραφίες του ναού του Αγίου Παύλου (1303) μένουν χαρακτηριστικά προσκολλημένες στις παλαιότερες παραδόσεις, κάνοντας χρήση μανιερίστικων στοιχείων των τελών του 12ου αι. Το 1316, έτος τοιχογράφησης του ναού του Ασώματου στις Αρχάνες Ηρακλείου, παράλληλα με τα παλιά μέσα καλλιτεχνικής έκφρασης χρησιμοποιήθηκαν και νεωτερισμοί στη θεματολογία, όπως η έντονη καμπύλωση του σώματος του Εσταυρωμένου, η λιποθυμία της Παναγίας, οι άγγελοι που με τα χέρια κρύβουν την οδύνη του προσώπου. Πρόκειται για θέματα που μεταχειρίζονται οι ζωγράφοι της μακεδονικής περιοχής τον 13o και τον 14o αι., αλλά ασφαλώς η καταγωγή τους ανάγεται στο παρελθόν. Έντονη καμπύλωση εμφανίζει το σώμα του Εσταυρωμένου και στον Άγιο Γεώργιο Χελιανών Ρεθύμνης του 1319, αν και εδώ εντυπωσιάζει το πλαστικά δοσμένο και εξαιρετικά ρωμαλέο σώμα του Χριστού. Με την ισχυρή αυτή καμπύλωση αποδίδεται με ρεαλιστικό τρόπο «η εντύπωση του οδυνηρού επιθανάτιου σπασμού», θέμα που αξιοποιείται για να εκφραστεί το ανθρώπινο πάθος στο θείο δράμα. Βασικός εκφραστής της ανάμειξης των δύο παραδόσεων, της παλιάς και της νέας, δημιουργώντας προσωπικό στυλ μεγάλης εκφραστικής δύναμης, ήταν ο Ιωάννης Παγωμένος, που άσκησε επάξια την τέχνη του για περισσότερες από δύο δεκαετίες στη δυτική Κ. Ο Άγιος Γεώργιος στους Κομητάδες (1314), η ομώνυμη εκκλησία στους Ανύδρους (1323) και ο Μιχαήλ Αρχάγγελος στον Κάντανο (1328) αποτελούν αξιόλογα δείγματα της καλλιτεχνικής πορείας του. Στην τρίτη πια δεκαετία επικράτησαν νέοι τρόποι πλαστικής απόδοσης των μορφών: Άγιος Γεώργιος Ξυδά Ηρακλείου (1321), Άγιος Ονούφριος Γέννας Ρεθύμνης (1329) κ.ά. Τα λιγοστά έργα, που ενδεικτικά σταχυολογήθηκαν από μια μεγάλη ομάδα –πάνω από 30– με ακρίβεια χρονολογημένων μνημείων της πρώτης πεντηκονταετίας του 14ου αι., καταδεικνύουν τις αναζητήσεις της εποχής για την αποκρυστάλλωση ενός ενιαίου καλλιτεχνικού ύφους και την προσαρμογή στους νέους προσανατολισμούς της τέχνης, ενώ οι εξαίρετες τοιχογραφίες της φημισμένης Μονής Βροντησίου, των αρχών του αιώνα, με την προσήλωση στις ωραίες μορφές και το λεπτομερειακό πλάσιμο σε κομψές στάσεις και χειρονομίες, απηχούν άμεσα τις καλύτερες παραδόσεις των μεγάλων κέντρων της εποχής. Την ίδια άμεση επαφή με τα μνημεία της νέας τέχνης επιβεβαιώνουν και οι τοιχογραφίες στη Μονή Γκουβερνιώτισσας, στα πλάγια κλίτη της Παναγίας Κριτσάς Μιραμπέλλου, στον Άγιο Γεώργιο στους Αποστόλους Ηρακλείου, στον Άγιο Ανδρέα της Μονής Οδηγήτριας και αλλού. Πρόκειται για αχρονολόγητα έργα, τα οποία κατά προσέγγιση ανήκουν στα μέσα ή στα τέλη του α’ μισού του 14ου αι. Η ποικιλία στην ποιότητα αυτών των διακοσμήσεων δεν διασπά την ενότητα των έργων που δημιουργεί η κοινή αναζήτηση και έκφραση του πραγματικού, η οποία συχνά εκδηλώνεται με δραματική βιαιότητα, επιτυγχάνοντας την προσέγγιση αυτών των διακοσμήσεων στα μνημεία της Μακεδονίας. Μια ζωτικότητα, εκπληκτική σε παλμό, πλημμυρίζει τις πολύχρωμες συνθέσεις, τις οποίες ισχυροποιούν ακόμη περισσότερο τα απόκρυφα Ευαγγέλια και τα συναξάρια. Δυνατές, αληθινές μορφές, με το σαρκώδες πλάσιμο που χαρίζει η παράθεση ακέραιων συμπληρωματικών τόνων, κινούνται ορμητικά μέσα στον χώρο για να εκφράσουν, σε θέματα με δραματικό χαρακτήρα –σκηνές από τα πάθη του Χριστού–, με τις στάσεις, τις χειρονομίες και τις συσπάσεις του προσώπου, το πάθος που τις συνέχει. Λίγο αργότερα, η ίδια ζωγραφική, αφομοιωμένη από τους ντόπιους λαϊκούς τεχνίτες, δημιούργησε συνθέσεις που εντυπωσιάζουν με την απλότητα, τη συνοπτική απόδοση των μορφών, τον συνωστισμό ανθρώπων και πραγμάτων και την κλιμάκωση των μορφών, ανάλογα με τη σημασία τους, στη σύνθεση (Άγιος Νικόλαος Ξυδά, Παναγία στον Καρδουλιανό κ.ά.). Μετά τα μέσα του αιώνα ανακόπηκε, με ανακαινιστική ορμή, η εξέλιξη αυτής της τέχνης και στη θέση της επικράτησε βαθμιαία μια άλλη, η οποία με τον ιδεαλιστικό και ακαδημαϊκό της χαρακτήρα εκπροσώπησε τις συντηρητικές τάσεις της βυζαντινής ορθοδοξίας. Η κυριαρχία των εκφραστικών μέσων αυξανόταν, αφού οι μορφές, με ραδινές αναλογίες και κομψές κινήσεις, υποτάσσονταν στη ρυθμικά οργανωμένη σύνθεση, όπου το τοπίο ή τα κτιριακά συγκροτήματα είχαν κυρίαρχη σημασία. Τα χρώματα, πάντα με λεπτές αποχρώσεις, χρησιμοποιούνταν ακέραια στην υφή τους, ενώ τα πρόσωπα, με την έντονη διαφορά ανάμεσα στα φωτεινά και στα σκιασμένα μέρη, παρουσιάζονταν πιο συγκροτημένα, αποκτώντας, μέσω της λεπτομερειακής επεξεργασίας, την υφή της φορητής εικόνας. Ενδεικτικές αυτής της τάσης, με μεγαλύτερη ή μικρότερη σχέση με την αριστοκρατική τέχνη της πρωτεύουσας, είναι οι τοιχογραφίες στον Άγιο Ιωάννη Μαργαριτών Ρεθύμνης (1381), στον Σωτήρα στα Ακούμια Ρεθύμνης (1389), στον Άγιο Ιωάννη της Μονής Οδηγήτριας, στον Άγιο Γεώργιο στο Μελισσουργάκι και στην ομώνυμη εκκλησία του Αρτού Ρεθύμνης (1401), στην Παναγία Σκλαβοπούλας Χανίων –τα τρία αυτά έργα τα συνδέει η ίδια ποιότητα καλλιτεχνικής εκτέλεσης– και μερικά τμήματα της Μονής Βαλσαμόνερου, όπως και στον Άγιο Ιωάννη στους Έρφους Ρεθύμνης. Ένα κλίμα αριστοκρατικής ευγένειας και ομορφιάς, προερχόμενο από την καλλιεργημένη πρωτεύουσα, καταξιώνει τα εκτεταμένα εικονογραφικά σύνολα που δημιουργήθηκαν στον 15o αι. Ένας εσωτερικός ρυθμός υποτάσσει τα επεισόδια που εκτυλίσσονται ήρεμα και τα δένει σε λιτές –με τα αναγκαία πρόσωπα– συνθέσεις. Με το πέρασμα του χρόνου η τάση προς την ηρεμία, τη λιτότητα και την ισορροπία των συνθέσεων αυξάνεται, ενώ εντείνεται ταυτόχρονα η επίδραση της τεχνικής της κωνσταντινοπολίτικης φορητής εικόνας στη ζωγραφική του τοίχου. Έτσι, η κρητική τοιχογραφία αποκτά τον 15o αι. τη λεπτομερειακή επεξεργασία της φορητής εικόνας, τέχνη που έφεραν στην K., ήδη από τις αρχές του αιώνα, πρωτευουσιάνοι ζωγράφοι, όπως ο Αλέξιος Απόκαυκος και ο Νικόλαος Φιλανθρωπινός. Την περαιτέρω ανάπτυξή της ενίσχυσε η έξοδος από την απειλούμενη Κωνσταντινούπολη σπουδαίων καλλιτεχνών που κατέφυγαν στην K., όπως ο ζωγράφος Ξένος ο Διγενής «από τον Μορέαν, εκ χώρας Μοχλίου», ο οποίος για ένα διάστημα περιπλανήθηκε στην Κ. και ζωγράφισε την κατεστραμμένη πλέον εκκλησία των Αγίων Πατέρων στα Απανάνω Φλώρια Σελίνου Χανίων (1462). Στις τοιχογραφίες του κλίτους του Αγίου Φανουρίου της Μονής Βαλσαμονέρου, τις οποίες ζωγράφισε ο Κωνσταντίνος Ειρίκος (1431), ο σκοτεινός προπλασμός που αντιτίθεται στη φωτεινή σάρκα με την περιορισμένη έκταση και οι λίγες έντονες λευκές γραμμές στα προεξέχοντα σημεία του προσώπου δίνουν την εντύπωση ότι πρόκειται περισσότερο για φορητή εικόνα παρά για τοιχογραφία. Συναφής ζωγραφική αντίληψη συναντάται και στον Άγιο Γεώργιο Εμπάρου (1436-37), καθώς και στον Άγιο Κωνσταντίνο Αβδού, στον οποίο φιλοτέχνησαν έργα ο ίδιος ζωγράφος της Εμπάρου, ο Μανουήλ Φωκάς μαζί με τον αδελφό του, Ιωάννη (1445). Σε αυτά τα έργα η χρήση των φωτεινών γραμμών δεν περιορίζεται στον τονισμό των φωτεινών σημείων, αλλά σχεδιάζει κυρίως τους όγκους, δημιουργώντας έτσι την ισχυρή σχηματοποίηση που αποτελεί ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της Κρητικής σχολής του 16ου αι. Η ίδια σχηματοποίηση συναντάται και στις τελευταίες τοιχογραφίες του Μανουήλ Φωκά, στον Άγιο Γεώργιο Απάνω Σύμης Βιάννου Ηρακλείου, που φιλοτεχνήθηκαν αμέσως μετά την Άλωση (1453)· σε αυτή την περίπτωση η καλλιτεχνική ποιότητα της εργασίας είναι σαφώς υψηλότερη. Στη διακόσμηση του ναού της Παναγίας στο Σκλαβεροχώρι Ηρακλείου (πριν από το 1481) τα πηκτά χρώματα, τα ισχυρά περιγράμματα και η λεπτομερειακή επεξεργασία πλησιάζουν την τέχνη και την ποιότητα της φορητής εικόνας της Κρητικής σχολής. Ανάλογες σε καλλιτεχνική ποιότητα και τεχνική επεξεργασία διακοσμήσεις, όπως του Αγίου Νικολάου Μικρής Επισκοπής Ηρακλείου (1444), της ανώνυμης στο Καστέλι Ρίζου Ηρακλείου (1467), από τον ζωγράφο Γεώργιο Πελεγρή, της Παναγίας στο Καβούσι Λασιθίου και άλλων, ανανεώνουν τη βυζαντινή τέχνη, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για αισθητική πληρότητα και αλάθητη τεχνική, στοιχεία μιας ακμαίας εποχής. Το τελευταίο στάδιο αυτής της μακράς διεργασίας αποτελούν οι εξαίρετες τοιχογραφίες της Παναγίας στην Αγία Παρασκευή Αμαρίου (1516), όπου έχουν αποκρυσταλλωθεί μερικά από τα κύρια χαρακτηριστικά της Κρητικής σχολής.
Κρητική σχολή
Με αυτή την ονομασία είναι γνωστή η σχολή ζωγραφικής που συγκρότησαν γενεές Κρητικών ζωγράφων, ξεκινώντας από τη δεύτερη πεντηκονταετία του 15ου αι. και φτάνοντας έως το τέλος του 17ου αι. Η Κρητική σχολή υπήρξε η σημαντικότερη και διαρκέστερη καλλιτεχνική εκδήλωση του ελληνισμού στην εποχή της τουρκοκρατίας, διατηρώντας τον ηγετικό ρόλο που είχε διαδραματίσει η βυζαντινή ζωγραφική στην τέχνη του ορθόδοξου κόσμου.
Στη διάρκεια της πρώτης περιόδου (1453-1526) διαμορφώθηκαν τα βασικά χαρακτηριστικά της Κρητικής σχολής. Η ερμηνεία του φαινομένου, στα πλαίσια του οποίου μια απόμακρη επαρχία απέκτησε κεντρική καλλιτεχνική σημασία, έγκειται στο ότι κατέφυγαν στην Κ., πριν και μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης, καλλιτέχνες από την πρωτεύουσα και από άλλες περιοχές που βρίσκονταν υπό τον οθωμανικό ζυγό, γιατί εκεί η βενετική κυριαρχία εξασφάλιζε όρους επαγγελματικής και θρησκευτικής ανοχής, καθώς και ελευθερία μετακίνησης. Εξίσου σημαντικές ήταν οι πνευματικές και υλικές ωφέλειες μιας άμεσης ή έμμεσης επαφής με την ίδια τη Βενετία.
Στις μεγάλες πόλεις της Κ., προπάντων στο Ηράκλειο, συγκεντρώθηκε κατά τη δεύτερη πεντηκονταετία του 15ου αι. ένας σχετικά μεγάλος αριθμός ζωγράφων –σήμερα είναι γνωστά περίπου 70 ονόματα– από τους οποίους οι περισσότεροι ασχολήθηκαν με την κατασκευή φορητών εικόνων, ενώ ελάχιστοι επιδόθηκαν στην τοιχογράφηση μικρών ναών της υπαίθρου. Αυτοί οι αστοί καλλιτέχνες εργάστηκαν εντατικά, προκειμένου να ικανοποιήσουν τόσο τους ορθόδοξους –αστούς και μοναχούς– Έλληνες όσο και τους καθολικούς, που βρίσκονταν στην Κ., στη Δαλματία, στη Βενετία καθώς και στην υπόλοιπη Ιταλία. Αυτή η ποικιλία των καλαισθητικών κριτηρίων της πελατείας καθώς και η προέλευση πολλών καλλιτεχνών από διαφορετικές περιοχές –οι περισσότεροι ήταν Κρητικοί– αποτέλεσαν αποφασιστικούς παράγοντες στην εκδήλωση μιας εκλεκτικής πολυμορφίας σε αυτή την πρώτη περίοδο της ζωγραφικής στην Κ. Κατά το 1500 είχαν πλέον αποκρυσταλλωθεί ορισμένες τεχνικές και τεχνοτροπικές κατευθύνσεις, καθώς και νέοι εικονογραφικοί τύποι, οι οποίοι θα κυριαρχούσαν στα έργα των Κρητικών ζωγράφων τον 16o και τον 17o αι. Οι πρωτεργάτες αυτής της θαυμαστής άνθησης στη ζωγραφική της Κρητικής σχολής είναι άγνωστοι. Ο Ανδρέας Ρίτζος, ο Ανδρέας Παβίας, ο Νικόλαος Ζαφούρης, ο Νικόλαος Ρίτζος και ο Άγγελος Πιτζαμάνος υπήρξαν ζωγράφοι εικόνων, που αξιοποίησαν τόσο τη βυζαντινή, και ειδικότερα την παλαιολόγεια παράδοση, στην κλασική της τάση, όσο και την ιταλική τέχνη, στην τεχνοτροπία του 14ου αι. Συχνά προέβησαν στον συγκερασμό των δύο τεχνών, σε διαφορετικές κάθε φορά αναλογίες. Αξιοσημείωτο στοιχείο αποτελεί η προσθήκη της έκφρασης ο Κρης παραπλεύρως του ονόματός τους.
Στη δεύτερη περίοδο (1526-70) κυριάρχησε η μορφή του Θεοφάνη Στρελίτζα, του λεγόμενου Μπαθά, μοναχού, ο οποίος μεγάλωσε και μορφώθηκε στο καλλιτεχνικό περιβάλλον του Ηρακλείου, όπου και πέθανε (1559). Το 1527 φιλοτέχνησε την πρώτη γνωστή τοιχογραφική διακόσμηση στα Μετέωρα, στο μικρό μοναστήρι του Αγίου Νικολάου Αναπαυσά, με μια ψιλοδουλεμένη τεχνική, η οποία φανερώνει τη μαθητεία του στη ζωγραφική των φορητών εικόνων. Το 1535 κλήθηκε για να πραγματοποιήσει τη διακόσμηση του μεγάλου καθολικού της Μεγίστης Λαύρας, ενώ το 1536 εγκαταστάθηκε στη συγκεκριμένη μονή, ως αδελφός· αργότερα μόνασε στις Καρυές (έως το 1558) με τα δύο του παιδιά, τον Συμεών και τον Νεόφυτο, που έγιναν και αυτοί μοναχοί και ζωγράφοι. Στο διάστημα αυτό, το μόνο μαρτυρημένο έργο του είναι εκείνο που εκτέλεσε μαζί με τον γιο του, Συμεών, στη μονή Σταυρονικήτα (1545-46). Ωστόσο, του αποδίδονται επίσης η Μολυβοκκλησιά στο Άγιον Όρος (1536) και η διακόσμηση του καθολικού της μονής Μεταμόρφωσης των Μετεώρων (1552), καθώς και δύο σειρές λαμπρών φορητών εικόνων.
Στον Θεοφάνη πρέπει να αποδοθεί η τιμή της δημιουργίας έργων που απέκτησαν την αξία προτύπων για τους μεταγενέστερους. Έτσι, με τη μακροχρόνια καλλιτεχνική του δραστηριότητα, όχι μόνο θεμελίωσε μια σταθερή παράδοση στην επιλογή και στη διάταξη των εικονογραφικών κύκλων μέσα στην εκκλησία, αλλά συνετέλεσε και στην αποκρυστάλλωση ορισμένων τεχνοτροπικών χαρακτηριστικών που ξεχωρίζουν τη σχολή. Ως προς τον ζωγραφικό χώρο στη σύνθεση, οι μορφές προβάλλουν σε μαύρο κάμπο, επιτυγχάνοντας με αυτό τον τρόπο την πλήρη λειτουργία των γαιωδών, χωρίς λάμψη, χρωμάτων, ενώ οι ανθρώπινες μορφές και τα άλλα σχήματα, σε σφικτό πλάσιμο, λειτουργούν ως ανάγλυφα, στα πλαίσια μιας σύνθεσης που παραμένει σε ένα επίπεδο. Με αυτό τον τρόπο εφαρμόζεται περίτρανα η αρχή κάθε μνημειακής ζωγραφικής –χαρακτηριστικό που τήρησε απαράβατα η βυζαντινή τέχνη– να μη δημιουργεί την ψευδαίσθηση τρίτης διάστασης, διαταράσσοντας τη δομική λειτουργία του τοίχου. Ακόμα περισσότερο, οι συνθέσεις οργανώνονται έτσι, ώστε να υπογραμμίζουν τη σημασία του κάθε αρχιτεκτονικού μέλους με τους κύριους άξονες και με επιμέρους κινήσεις.
Στην ειδική λειτουργία της κάθε σύνθεσης βοηθά και ο αυστηρός, πειθαρχημένος σε ρυθμικές αρχές τρόπος, με τον οποίο οργανώνεται η σύνθεση, τόσο ως προς τη δομή της επάνω σε ένα πλέγμα γεωμετρικής χάραξης όσο και ως προς τη διαμόρφωση της ευγενικής στάσης των προσώπων, της συγκρατημένης χειρονομίας, της σωστής αλλά δύσκαμπτης πτυχολογίας, του συμβατικού τοπίου. Αυτές οι ήρεμες και ισορροπημένες συνθέσεις, στις οποίες αποκρυσταλλώνονται ορισμένες τάσεις της κρητικής ζωγραφικής, αντιτίθενται στις χαλαρές, αφηγηματικές ή ταραγμένες συνθέσεις που χαρακτηρίζουν συχνά τη ζωγραφική της τελευταίας εποχής των Παλαιολόγων. Εκφράζουν, αναμφίβολα, τη σοβαρότητα και τη μελαγχολία του ήθους όλων των σκλαβωμένων Ελλήνων της εποχής, αλλά θα πρέπει να συσχετιστούν και με τη σύγχρονη ιταλική τέχνη της Αναγέννησης, που διέπεται από αντίστοιχες κλασικές ροπές.
Με αυτή τη δυτική τέχνη ήλθε σε επαφή τόσο ο Θεοφάνης όσο και οι υπόλοιποι καλλιτέχνες της Κρητικής σχολής. Η πλειοψηφία των θεμάτων του αντλήθηκε από τη βυζαντινή παράδοση, όπως τη διδάχθηκε από τους Κρητικούς δασκάλους του και όπως την εμπλούτισε μέσω της επαφής του με τα άλλα μνημεία του Αγίου Όρους του 14ου αι. Από τους δασκάλους του κληρονόμησε και τη συνήθεια να χρησιμοποιεί ιταλικές συνθέσεις και μοτίβα, να τα αφομοιώνει και να τα παρεμβάλλει διακριτικά σε άλλες συνθέσεις. Έτσι, στη Μονή Μεγίστης Λαύρας χρησιμοποίησε μια χαλκογραφία του Μαρκαντόνιο Ραϊμόντι για να δημιουργήσει μια νέα σύνθεση της βρεφοκτονίας, στο Δείπνο εις Εμμαούς υιοθέτησε ως πρότυπο έναν πίνακα του Μπελίνι για να ζωγραφίσει τον Άγιο Χριστόφορο με τον μικρό Χριστό στον ώμο, ενώ στον Άγιο Σεβαστιανό και στην Άκρα Ταπείνωση τα πρότυπά του ήταν βενετσιάνικα. Επιπλέον δημιουργήθηκαν και άλλες, λιγότερο κοινές συνθέσεις, όπως η Κυριακή της Ορθοδοξίας και η Ύψωση του Τιμίου Σταυρού. Αυτές οι νέες δημιουργίες, με δογματικό και συμβολικό περιεχόμενο, χωρίς ιταλικές επιδράσεις, επέδρασαν στην ορθόδοξη εικονογραφία των μεταγενέστερων χρόνων.
Στην Κρητική σχολή αποδίδονται οι τοιχογραφίες των καθολικών των μονών Κουτλουμουσίου (1540), Διονυσίου (έργο του ζωγράφου Τζώρτζη, 1547), Δοχειαρίου (1568), Ιβήρων (τέλη 16ου αι.), καθώς και οι Τράπεζες της Λαύρας και της μονής Διονυσίου, στο Άγιον Όρος, όπως επίσης και στα Μετέωρα, η μονή Ρουσσάνου (1561) και άλλες εκκλησίες στην Καλαμπάκα, στην Καστοριά, στην Κύπρο κ.α. Στα τελευταία –μετά το 1560– τοιχογραφικά σύνολα είναι αισθητή η απουσία του άξιου καλλιτέχνη. Είναι έκδηλος ένας ακαδημαϊσμός, αφού, σε κάποιο μέτρο, έχει εκλείψει η αίσθηση του μνημειακού, οι φυσιογνωμίες έχασαν τη βαθύτερη εκφραστική τους υπόσταση, αν και η τεχνική παρέμεινε άψογη.
Οι ίδιοι ταξιδεμένοι Κρητικοί ζωγράφοι δημιουργούσαν και φορητές εικόνες, όμοιες με εκείνες των καλλιτεχνών που παρέμεναν στον τόπο τους ή ταξίδευαν στη Βενετία· είναι γνωστά τα ονόματα τουλάχιστον πενήντα ζωγράφων, από τους οποίους ξεχωρίζει ο Ευφρόσυνος ιερέας (1542).
Στην τρίτη περίοδο (1571-1630) επικράτησε η ζωγραφική των εικόνων, καθώς στην Κ. για διάφορους λόγους δεν φιλοτεχνούνταν πια τοιχογραφίες. Ο κυριότερος ζωγράφος ήταν ο Μιχαήλ Δαμασκηνός, ο οποίος, με τον δεξιοτεχνικό του εκλεκτισμό, αντιπροσωπεύει όλη την κλίμακα των επιδράσεων από τη σύγχρονή του ιταλική ζωγραφική (μανιερισμός και μπαρόκ), από την πλήρη απουσία μέχρι την ολοκληρωτική αποδοχή. Ορισμένοι τρόποι συγκερασμού που εισήγαγε ο Μιχαήλ Δαμασκηνός έγιναν καθολικά αποδεκτοί, καθώς και νέες, δικές του συνθέσεις, οι οποίες επαναλήφθηκαν από τους ζωγράφους της επόμενης περιόδου. Αξιόλογος ζωγράφος που επηρέασε και τους μεταγενέστερους ήταν και ο Γεώργιος Κλότζας, με μανιεριστική διάθεση και ανανεωτικές τάσεις, παράλληλες με του σύγχρονού του, Δαμασκηνού, ενώ ο μεταγενέστερος Εμμανουήλ Λαμπάρδος (έργα του 1593-1647) αντιπροσώπευε έναν ακαδημαϊσμό ανάλογο με αυτόν της τοιχογραφίας, δηλαδή μια επιστροφή στους τρόπους και στις συνθέσεις των μέσων του 16ου αι. Ανάλογες τάσεις ακολούθησαν και ελάσσονες ζωγράφοι, όπως ο Φρ. Καβερτζάς, ο Α. Μηταράς, ο Β. Εμπόριος, ενώ ο Ιωάννης Απακάς, ο Κερκυραίος Εμμανουήλ Τζανφουρνάρης και άλλοι ακολούθησαν το παραδείγμα των Δαμασκηνού-Κλότζα, χωρίς πρωτοτυπία.
Στην τέταρτη περίοδο (1630-1700) ξεχώρισαν οι ζωγράφοι εικόνων Εμμανουήλ Τζάνες (1610-1690), Θεόδωρος Πουλάκης (1622-1692), Βίκτωρ (1660-1694), Φιλόθεος Σκούφος, Ηλίας Μόσκος κ.ά. Οι περισσότεροι συνέχισαν την επίδειξη δεξιοτεχνίας στην επανάληψη παλαιότερων εικόνων. Ο Εμμανουήλ Τζάνες παρέμεινε προσηλωμένος σε αρχαϊκότερα πρότυπα, ακόμα και στις πιο ιταλίζουσες συνθέσεις του, ο Πουλάκης, επηρεασμένος από τον Κλότζα και από φλαμανδικά τυπώματα, έτεινε προς το μπαρόκ, ενώ ο Βίκτωρ περιορίστηκε σε σχολαστικές αντιγραφές.
Αυτή η τελευταία γενιά των Κρητικών ζωγράφων, που επέζησαν από την καταστροφή της Κ. ως κέντρου του ελληνικού πολιτισμού (1669), διακρίθηκε κυρίως για την τεχνική τελειότητα στην εκτέλεση, που προσδίδει στα καλύτερα έργα την αξία ενός έξοχου χειροτεχνήματος. Συνάμα, προδίδει τη θερμή πίστη σε μια τέχνη που ήταν ξεπερασμένη στην εποχή της, αλλά εξέφραζε ό,τι ιερότερο διέθεταν οι ορθόδοξοι Έλληνες της εποχής: τον καημό του Γένους.
Νεότερα μνημεία-Αρχιτεκτονική
Εκτός από το μεγάλο και μοναδικό καλλιτεχνικό και αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον των μνημείων της μινωικής εποχής, πολλές άλλες κατηγορίες μνημείων, νεότερων εποχών, παρουσιάζουν αξιόλογο ενδιαφέρον. Η πολυτάραχη ιστορία της Κ. και οι επανειλημμένες λεηλασίες και καταστροφές που υπέστη συνιστούν τους λόγους για τους οποίους δεν αναπτύχθηκε αξιόλογη λαϊκή αρχιτεκτονική, των εξελιγμένων, τουλάχιστον, μορφών, όπως συνέβη σε άλλες ελληνικές περιοχές. Οι σεισμοί εξάλλου, από τους οποίους η Κ. επλήγη πολλές φορές, αποτελούν έναν πρόσθετο λόγο συνεχών καταστροφών. Υπάρχουν, ωστόσο, ενδιαφέροντες τύποι λαϊκών κατοικιών καθώς και πλήθος μεσαιωνικών κυρίως μνημείων.
Τα λαϊκά σπίτια της Κ. ανήκουν στον γενικό τύπο της νησιώτικης δωμοσκέπαστης κατοικίας. Πρόκειται για απλές λιθόκτιστες κατασκευές, συνήθως πλατυμέτωπες, προσαρμοσμένες αυστηρά στις ανάγκες και στις τεχνικές δυνατότητες των κατοίκων. Βασικός τύπος είναι το μονόχωρο σπίτι, από το οποίο προκύπτει το δίχωρο, με την παράθεση ενός δεύτερου χώρου, που συνήθως διαφοροποιείται με το τζάκι.
Η παράθεση των χώρων και η ανάπτυξη του σπιτιού επιτυγχάνονται με τη βοήθεια τοξωτών ανοιγμάτων, τα οποία υποβοηθούν και στην ενοποίηση του εσωτερικού χώρου. Ενδιαφέροντες τύποι είναι τα λεγόμενα αδερφικά, δηλαδή σπίτια χτισμένα συμμετρικά ως προς έναν κοινό τοίχο. Σημαντικά τμήματα στο κρητικό λαϊκό σπίτι είναι η αυλή, ο φούρνος και, συχνά, ένα στεγασμένο χαγιάτι. Τα ανοίγματα είναι απολύτως απαραίτητα και σπάνια θα συναντήσει κανείς παράθυρο που να μην είναι σιδερόφρακτο. Σε γενικές γραμμές, η απλότητα, η αυστηρότητα της μορφής και η έλλειψη διακοσμήσεων είναι τα κυριότερα χαρακτηριστικά του κρητικού σπιτιού, που εκφράζει έτσι, κατά έναν τρόπο, και τον χαρακτήρα των κατοίκων.
Ενδιαφέροντα αστικά σπίτια σώζονται στις μεγάλες πόλεις της Κ., όπως τα σπίτια του Ρεθύμνου με τις έντονες δυτικές επιδράσεις στη μορφολογική διάρθρωση των όψεων και την ιδιαίτερα αξιόλογη εικόνα των προτιθέμενων όψεών τους. Στις πόλεις διακρίνονται εύκολα τα σημάδια της μακρόχρονης βενετσιάνικης παρουσίας, τόσο στην αρχιτεκτονική των κατοικιών όσο και στα σωζόμενα θρησκευτικά και δημόσια κτίρια αυτής της εποχής, όπως οι λότζιες (δηλαδή, λέσχες των ευγενών) του Ρεθύμνου –σήμερα στεγάζει το μουσείο της πόλης– και του Ηρακλείου και οι καθολικοί καθεδρικοί ναοί των ίδιων πόλεων (από αυτούς ο ναός του Σωτή
ρα, το λεγόμενο Βαλιδέ-τζαμί του Ηρακλείου, κατεδαφίστηκε). Οι επιδράσεις είναι εμφανείς στα θρησκευτικά κτίρια και της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Έτσι, στην πτέρυγα της εισόδου της μονής του Αρκαδίου εμφανίζονται δυτικά στοιχεία, ενώ η πρόσοψη του καθολικού της ίδιας μονής είναι χαρακτηριστικά διαμορφωμένη με στοιχεία της αρχιτεκτονικής του μπαρόκ. Άλλωστε σε ολόκληρη την Κ. βρίσκονται διάσπαρτα πλήθος βενετσιάνικα μνημεία τα οποία, αναμεμειγμένα με τα σωζόμενα, πολυάριθμα επίσης, βυζαντινά, συνθέτουν ένα εξαιρετικά ιδιότυπο και ενδιαφέρον σύνολο.
Αξιόλογος τύπος θρησκευτικού κτιρίου που συναντάται στην Κ. είναι η λεγόμενη διμάρτυρη εκκλησία. Πρόκειται για ναό, αποτελούμενο από δύο κλίτη, αντί του καθιερωμένου ενός ή τριών που συναντούμε στην υπόλοιπη Ελλάδα, καθένα από τα οποία τιμάται στο όνομα διαφορετικού αγίου. Τέτοιος ναός είναι και το καθολικό του Αρκαδίου.
Τέλος, ιδιαίτερη σημασία έχουν τα κάστρα του νησιού. Σε όλες τις μεγάλες πόλεις, αλλά και σε θέσεις στρατηγικής σημασίας, είχαν κατασκευαστεί οχυρώσεις, ήδη από τους Βυζαντινούς. Αργότερα, όταν οι Βενετοί κατέλαβαν το νησί, κατασκεύασαν νέες, δεδομένου ότι και τα πολεμικά μέσα είχαν στο μεταξύ μεταβληθεί. Πρόκειται για οχυρωματικά έργα μεγάλης κλίμακας, όπως τα τείχη των Χανίων και του Ηρακλείου, η φορτέτζα του Ρεθύμνου, τα κάστρα της Γραμβούσας, της Σούδας, της Σπιναλόγκα κ.ά. Όλα εξακολουθούν να παραμένουν ογκώδη και επιβλητικά, καθώς μαρτυρούν τη στρατηγική σημασία και τον ρόλο της Κ. στην ιστορία των τελευταίων αιώνων.
Λογοτεχνία
Εξαιτίας της ποιότητας και της χάρης των έργων της, η μεσαιωνική κρητική λογοτεχνία καταλαμβάνει μια ξεχωριστή θέση στην ελληνική γραμματεία του 15ου, του 16ου και του 17ου αι. H απαρχή της κρητικής λογοτεχνίας θα μπορούσε να αναζητηθεί στην παράφραση των ακριτικών επών. Tον 14ο αι. εμφανίστηκαν τα διδακτικά ποιήματα, των οποίων η μορφή τελειοποιήθηκε περίπου στα τέλη του 15ου αι. Όταν εγκαταλείφθηκαν τα διδακτικά θέματα, τη θέση τους κατέλαβαν ερωτικά και αφηγηματικά ποιήματα, ποιμενικά ειδύλλια, κωμωδίες, μυστήρια, δράματα κ.ά. Μετά την υποταγή της Κ. στους Τούρκους άρχισε να αναπτύσσεται στο νησί ένα νέο ποιητικό είδος, τα ιστορικά ποιήματα. H πεζογραφία δεν άκμασε ιδιαίτερα αυτή την εποχή, αν και θα πρέπει να αναφερθούν το Γεωπονικόν του Aγαπίου Λάνδου (1647), οι μεταφράσεις των έργων Iουδαϊκή αρχαιολογία και Iουδαϊκός πολέμος του Φλαβίου Iωσήπου, που πραγματοποίησε ο Mανουήλ Xαρτοφύλαξ και η Pητορική του Φραγκίσκου Σκούφου (που έζησε στη Βενετία). Οι Βενετοί, που βρίσκονταν έως τότε στο νησί (από τα χρόνια της Δ’ Σταυροφορίας) μετέδωσαν πολλά από τον συγκριτικά προηγμένο πολιτισμό τους, ιδιαίτερα στα χρόνια της Αναγέννησης· αλλά και η βυζαντινή παράδοση κατάφερε να συνεχιστεί σχετικά απρόσκοπτα. Έτσι τον 16o αι. εμφανίστηκαν έργα της θρησκευτικής ποίησης, η οποία διατηρούσε τη δυναμική της από τους πρώιμους βυζαντινούς χρόνους. Ενώ στα βυζαντινά χρόνια το συγκεκριμένο ποιητικό είδος ασκείτο κυρίως από λόγιους, τον 16ο αι. εξελίχθηκε σε ένα καθαρά λαϊκό είδος. Τέτοιος λαϊκός ποιητής ήταν ο Γεώργιος Χούμνος, του οποίου το εκτενές ποίημα Κοσμογέννησις διαπνέεται από έντονη συγκίνηση, καθώς μεταφέρονται σε αυτό, με απλοϊκότητα και σε άπλαστη ακόμη γλώσσα, βιβλικές ιστορίες, ενώ παράλληλα αντιμετωπίζονται με ανθρώπινο καημό τα αιώνια προβλήματα της ύπαρξης.
Στην Κ., την ίδια εποχή, εμφανίστηκαν ενδιαφέροντα κείμενα και από το συγγενικό είδος της ηθικοδιδακτικής ποίησης, γραμμένα και αυτά στη γλώσσα του λαού. Ορισμένα διατήρησαν ένα ύφος ευπρέπειας, καθώς οι συγγραφείς τους επεδίωκαν να ανταποκριθούν ουσιαστικά στην ηθοπλαστική αποστολή τους, άλλα με το πρόσχημα της παροχής παραδειγμάτων για αποφυγή προσφέρουν ρεαλιστικές εικόνες της εποχής, κερδίζοντας έτσι μια αναμφισβήτητη υπεροχή απέναντι στα τυποποιημένα στιχουργήματα της πρώτης κατηγορίας. Πρώτος σε αυτή την κατηγορία πρέπει να αναφερθεί ο Στέφανος Σαχλίκης από το Ηράκλειο και ο Μάρκος Δεφανάρας, ο οποίος έγραψε Λόγους διδακτικούς του πατρός προς τον υιόν.
Ακόμη, τα δύο σημαντικότερα δείγματα καταβάσεων (εξιστόρηση της καθόδου στον Κάτω Κόσμο, κατά το παράδειγμα της Θείας Κωμωδίας του Δάντη), κυρίαρχου λογοτεχνικού είδους της εποχής (βρισκόμαστε πάντα στις αρχές του 16ου αι.), προήλθαν από την Κ. και πρόκειται για τα έργα Ο Απόκοπος του Μπεργαδή και Ρίμα θρηνητική εις τον πικρόν και ακόρεστον Άδην του Ιωάννου Πικατόρου. Την ίδια περίοδο τοποθετείται χρονολογικά και η λαϊκή Φυλλάδα του γαϊδάρου.
Στα τέλη του 16ου αι. αυτές οι διάχυτες τάσεις και τα αξιόλογα φανερώματα συνέκλιναν στη διαμόρφωση μιας ποίησης η οποία, γνωστή με τον συμβατικό τίτλο Κρητική σχολή, εγκαινίασε –πρώιμα, γιατί ακολούθησε νέα περίοδος σιγής– τις μεγάλες εποχές της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Σε αυτή τη φάση εξαντλήθηκαν τα αποθέματα της βυζαντινής, της ηθικοδιδακτικής και της θρησκευτικής παράδοσης, προσφέροντας στη Δύση ελεύθερο πεδίο, προκειμένου να επεκτείνει την επιρροή της πάνω από το νησί. Την αρχή της νέας περιόδου καθόρισε το έργο Η Βοσκοπούλα. Πρόκειται για ένα βουκολικό ποίημα, το οποίο αφηγείται (σε πρώτο πρόσωπο, με παρεμβαλλόμενους, όμως, διαλόγους) τον άτυχο έρωτα ενός βοσκού και μιας βοσκοπούλας.
Λίγο αργότερα το έργο Ο Γύπαρης (ή Η Πανώρια), το οποίο πολλοί αποδίδουν στον Γεώργιο Χορτάτζη, εκπροσωπεί τον χώρο του βουκολικού δράματος στην Κ., πάλι κατά το παράδειγμα της Δύσης. Η ποιητική και δραματική παραγωγή της Κ. θα φτάσει στο αποκορύφωμά της με τα έργα του Βιτσέντζου Κορνάρου και την Ερωφίλη του Χορτάτζη, μια έμμετρη μακροσκελή τραγωδία, ανάμεσα στα επεισόδια της οποίας παρεμβάλλονται ιντερμέδια, που αναφέρονται στην καταστροφή της Iερουσαλήμ από τον Tίτο. Tο σπουδαιότερο, όμως, έργο της Κρητικής σχολής είναι το έπος του Bιτσέντζου Kορνάρου, Eρωτόκριτος, γραμμένο σε καθαρή γλώσσα, παραπλήσια των δημοτικών τραγουδιών, με τους συνηθέστερους ιδιωματισμούς του τόπου και της εποχής του, σε εύπλαστο στίχο και ρέουσα ρίμα. Πρόκειται για ρομαντικό και ιπποτικό έργο (περίπου 10.000 στίχοι) που υμνεί τον έρωτα, την ανδρεία και την άδολη φιλία.
Aπό τα ιστορικά κρητικά ποιήματα πρέπει να αναφερθεί ένα απόσπασμα (45 ομοιοκατάληκτοι στίχοι) αγνώστου ποιητή, εμπνευσμένο από τον καταστρεπτικό σεισμό του 1508, ποίημα που μαζί με το Tραγούδιον της ξενητείας και τον Eρωτόκριτο συνιστούν τα αρτιότερα γλωσσικά κρητικά μνημεία. Αμιγή ιστορικά ποιήματα έγραψαν οι μεταγενέστεροι Aντώνιος Aχέλης (Mάλτας πολιορκία, 1571), Mπουνιαλής και Άνθιμος Διακρούσης (Kεφαλονίτης κληρικός που έζησε στην Kρήτη). Ποιοτικά κατώτερο, σε αρχαία γλώσσα, παραμορφωμένη από εξαρχαϊσμούς των ονομάτων, είναι το ποίημα Kρητικός πόλεμος (9.287 στίχοι) του Aθανασίου Σκληρού (πέθανε το 1664), του οποίου η μοναδική αξία είναι οι παρεχόμενες ιστορικές πληροφορίες.
H ιστορική ποίηση μεταβλήθηκε αργότερα σε πηγαία λαϊκή ποίηση, της οποίας η αρχή εντοπίζεται στο Tραγούδιον του Δασκαλογιάννη, που γράφτηκε από δύο βοσκούς.
Η άνθηση της κρητικής λογοτεχνίας επιβεβαιώνεται όχι μόνο από την ποιότητα των έργων της αλλά και από την έκταση που έλαβε, αγκαλιάζοντας όλα τα είδη ποιητικού λόγου που άκμαζαν στη Δύση. Δίπλα στο βουκολικό ποίημα, στο δράμα, στο μακρό ποίημα (ανάλογο προς τα παλαιότερα δυτικά έμμετρα μυθιστορήματα) και στην τραγωδία, παρατάχθηκε και η συγγραφή αξιόλογων κωμωδιών. Στις κωμωδίες δεν παρατηρείται το φαινόμενο που χαρακτηρίζει τα υπόλοιπα έργα αυτής της περιόδου, η προσπάθεια δηλαδή καθαρισμού της γλώσσας από τα ξενόγλωσσα (ιδιαίτερα τα ιταλικά) στοιχεία. Ο λόγος της κωμωδίας είχε πάντα άμεση σχέση με τον καθημερινό λόγο, ο οποίος τότε είχε δεχτεί την ιταλική επίδραση, ιδιαίτερα στα αστικά κέντρα της Κ. Η τουρκική κατάκτηση επέφερε τη διακοπή αυτής της λαμπρής περιόδου. Ο κρητικός πληθυσμός, αναμεμειγμένος με το τουρκικό στοιχείο, ακολούθησε τη μοίρα του υπόλοιπου ελληνισμού· το δημοτικό τραγούδι ήταν σχεδόν η μοναδική λυρική ανακούφισή του στα σκοτεινά χρόνια της σκλαβιάς. Μέσα στην ίδια περίοδο γράφτηκαν και μερικά τραγούδια λαϊκής προέλευσης, όπου εξυμνήθηκαν τα επαναστατικά κινήματα του λαού κατά του νέου κατακτητή (το τραγούδι του Αληδάκη, το τραγούδι του Δασκαλογιάννη). Με αυτά, καθώς και με τις κρητικές ρίμες, επιτεύχθηκε μια επιστροφή στις πηγές του Βυζαντίου και στην ηρωική ακριτική ποίηση.
Στα μέσα του 19ου αι., όταν η ακτινοβολία της ελεύθερης Ελλάδας άρχισε να εξαπλώνεται στην αλύτρωτη K., κυριαρχούσε η φιγούρα του Ιωάννη Κονδυλάκη, ενώ στα νεότερα χρόνια γεννήθηκε στην Κ. ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες συγγραφείς, ο Νίκος Καζαντζάκης, που δεν εγκατέλειψε ποτέ την κρητική ματιά του, παρά το διεθνιστικό υπόβαθρο του έργου του.
Λαϊκή τέχνη
Η λαϊκή τέχνη της Κ. εκπροσωπείται κυρίως από την κεντητική, την υφαντουργία και την ενδυμασία.
Τα κρητικά κεντήματα, κυρίως ποδόγυροι από γυναικεία πουκάμισα, συγκαταλέγονται ανάμεσα στα παλαιότερα και σπανιότερα δείγματα της νεοελληνικής κεντητικής. Ορισμένα από αυτά έχουν κεντημένες χρονολογίες του 17ου αι., ενώ το παλαιότερο, με χρονολογία 1697, βρίσκεται στη Συλλογή Seager του Μητροπολιτικού Μουσείου της Νέας Υόρκης. Ο 18ος αι. θεωρείται η περίοδος ακμής της κρητικής κεντητικής, της οποίας η άνθηση σταμάτησε κατά την περίοδο των απελευθερωτικών αγώνων του νησιού. Εξαιτίας αυτής της διακοπής είναι αδύνατη η αναπαράσταση της παλιάς κρητικής φορεσιάς, την οποία διακοσμούσαν αυτά τα κεντήματα.
Το κύριο χαρακτηριστικό της κρητικής κεντητικής είναι η ποικιλία των χρωμάτων, των μοτίβων και των βελονιών. Κυρίαρχη θέση στη διακόσμηση κατέχει το ανθοφόρο βάζο, που αποδίδεται με άπειρες παραλλαγές και πλουτίζεται με μερικά από τα συμβολικά θέματα της ελληνικής λαϊκής τέχνης, όπως ο δικέφαλος, η γοργόνα και το λιόκρινο (το κερασφόρο φίδι των λαϊκών παραδόσεων).
Νεότερη της κεντητικής του 19ου αι. είναι η κρητική υφαντουργία, με μία από τις λαμπρότερες ποικιλίες στα πλαίσια της νεοελληνικής υφαντικής. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η διακοσμητική αντίληψη των υφαντών της K., τα οποία, από την άποψη αυτή, διακρίνονται σε υφαντά με γεωμετρική διακόσμηση (τρίγωνα, ρόμβους, μαιάνδρους κλπ.), σε υφαντά με νατουραλιστικά και αφηγηματικά ή ρωπογραφικά θέματα (τριαντάφυλλα, πουλιά, παρελάσεις σημαιοφόρων, κοπέλες που χορεύουν, που κρατούν ομπρέλες ή που ποτίζουν γλάστρες με λουλούδια κλπ.) και τέλος σε υφαντά με ιστορικά θέματα.
Χαρακτηριστική κατηγορία της κρητικής υφαντουργίας αποτελούν οι κουσκουσέδες ή τα σκουλλάτα, υφαντά με σγουρή επιφάνεια, σχηματισμένα από πυκνές θηλιές του υφαδιού, των οποίων η καταγωγή ανάγεται στα ούλα, υφάσματα της ομηρικής εποχής.
Τόσο στα κεντήματα όσο και στα υφαντά της Κ., βασικό παράγοντα της αισθητικής τους εμφάνισης αποτελεί η εκθαμβωτική πολυχρωμία της κλωστής. Αυτή η πολυχρωμία διατηρεί αμείωτη τη λαμπρότητά της, εξαιτίας των φυτικών χρωμάτων που παρήγαν οι ρίζες και τα φύλλα των φυτών του νησιού. Το πράσινο χρώμα προερχόταν από την ακονιζά, θάμνο που φυτρώνει σε μεγάλη αφθονία στα κρητικά βουνά· οι διάφορες εκδοχές του κίτρινου από τη χαμολιά, τον κρόκο ή ζαφορά, την ξινίδα ή το φλούδι του ροδιού· το κόκκινο από το ριζάρι (το ερυθρόδανον των αρχαίων), το θαλασσινό φύκι και τα μαύρα μούρα· το καφέ από τα φύλλα του πλατάνου· το μαύρο από τη φλούδα του ροδιού κ.ο.κ. Τα χρώματα της ανιλίνης, που άρχισαν να χρησιμοποιούνται στα τέλη του 19ου αι., κατάργησαν και στην Κ. τις φυτικές βαφές. Σήμερα οι διάφορες συνταγές που θυμούνται ελάχιστες ηλικιωμένες Κρητικές αντιμετωπίζονται μόνο ως υλικό με λαογραφική αξία.
Το τρίτο σκέλος της κρητικής λαϊκής τέχνης, η φορεσιά, αντιπροσωπεύεται κυρίως από το ανδρικό χιαλβάρι (σαλβάρι) που αποτελεί και τον αντιπροσωπευτικότερο τύπο της ελληνικής βράκας. Δεν είναι γνωστό πότε ακριβώς εισήχθη η βράκα στην Ελλάδα, αν και κατά μία εκδοχή, αυτός ο ενδυματολογικός τύπος υφίστατο στην αρχαία Ελλάδα και αποτελούσε εξέλιξη των περσικών αναξυρίδων. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, περισσότερο πιθανή, τη βράκα εισήγαγαν οι Αλγερινοί κουρσάροι, που κατά τον 17o αι. λυμαίνονταν ολόκληρο το Αιγαίο. Από τους Αλγερινούς την αντέγραψαν πρώτοι και τη φόρεσαν οι Κρητικοί για λόγους ασφαλείας, προκειμένου να μην ξεχωρίζουν και να μην αναγνωρίζονται από τους πειρατές· από τους Κρήτες την παρέλαβαν, με διάφορες παραλλαγές, οι υπόλοιποι Έλληνες νησιώτες. Βράκα παρόμοια με τη νησιώτικη φορούσαν και οι χρυσοραφτάδες της Ηπείρου, ενδυμασία που τους διευκόλυνε, επειδή εργάζονταν καθιστοί σταυροπόδι.
Το κρητικό χιαλβάρι ραβόταν από ειδικούς τεχνίτες, τους λεγόμενους λεβεντοράφτες, από σκούρα γαλάζια τσόχα, κεντημένη με μαύρα μεταξωτά ή με χρυσά κορδόνια. Γνώρισμα της κρητικής βράκας είναι ο πολύ μακρύς πτυχωτός καβάλος, που στην ανατολική Κ. φτάνει μέχρι τους αστραγά
λους. Άλλα εξαρτήματά της είναι το εφαρμοστό ξεμανίκωτο γιλέκο, το μεϊντάνι, κοντός επενδύτης με μακριά μανίκια, το καπότο, είδος πανωφοριού, που φοριέται άλλοτε με τα μανίκια και άλλοτε ανάριχτος και το πλατύ και μακρύ μεταξωτό ζωνάρι, στο οποίο τοποθετούσαν το ασημένιο μαχαίρι. Τη φορεσιά συμπληρώνουν τα ψηλά στιβάνια και το μαύρο κροσσωτό κεφαλομάντιλο ή το κόκκινο φέσι, εφόσον πρόκειται για τη χρυσοκεντημένη φορεσιά.Η γυναικεία φορεσιά αντιπροσωπεύεται από την ποικιλία της περιοχής Ανωγείων, τη λεγόμενη σάρτζα, η οποία πήρε την ονομασία της από το ομώνυμο εξάρτημα της φορεσιάς, ένα είδος μισής πτυχωτής κόκκινης φούστας, που φοριέται και σκεπάζει το αριστερό μισό μέρος του σώματος. Τη σάρτζα συμπληρώνουν η λεγόμενη σηκωτή, η πολύχρωμη ποδιά με κεντήματα του αργαλειού, το βελούδινο κοντόχι (επενδύτης) με χρυσά ή αργυρά κεντήματα και το σκούφωμα, αραχνοΰφαντο μεταξωτό μαντίλι του κεφαλιού, σε ρουμπινί χρώμα.Έθιμα και παραδόσεις Ο ελληνικός πληθυσμός της K., μολονότι έζησε πολλές ιστορικές περιπέτειες με τις αλλεπάλληλες κατακτήσεις, διατήρησε μια αξιοθαύμαστη εθνική ενότητα, ακόμα και όταν δεχόταν έντονες ξενικές επιμειξίες. Ένα από τα χαρακτηριστικά δείγματα της συνέχειάς του αποτελούν τα δημοτικά τραγούδια, τα οποία, όπως φαίνεται, συντηρούν μια μακραίωνη μουσική παράδοση. Αξίζει να αναφερθεί πως ο Θαλήτας, ο σοφός νομοθέτης και μουσικός που προσκάλεσαν οι Δωριείς στη Σπάρτη για να οργανώσει πάνω σε μουσική-παιδευτική βάση την αγωγή των νέων τους, ήταν Κρητικός από τη Γόρτυνα. Τα νεότερα κρητικά τραγούδια ξεχωρίζουν από τα τραγούδια της ηπειρωτικής Ελλάδας για την ευρύτητα του ρεπερτορίου τους. Τα ριζίτικα των δυτικών επαρχιών (στις υπώρειες των Λευκών Ορέων) έχουν επιβλητικό και αυστηρό ύφος, ενώ τα τραγούδια της κεντρικής και της ανατολικής Κ. διακρίνονται από ηδυπάθεια, σαφήνεια στην έκφραση και μια τεχνική σύνθεση που τους δίνει, όπως παρατηρεί ο μελετητής της λαϊκής κρητικής μουσικής Γεώργιος I. Χατζηδάκις, την όψη πρωτογενών έργων τέχνης. Μέσα στα τραγούδια των Κρητικών διοχετεύτηκαν ο πόθος για ελευθερία και τα πάθη αυτού του λαού. Μοναδικά είναι τα κρητικά δίστιχα, οι περίφημες μαντινάδες, που με ωραίες εικόνες εκφράζουν τον έρωτα των τραγουδιστών. Ενδιαφέρουσα είναι η πληροφορία που μας παραθέτει ο Χατζηδάκις, ότι δηλαδή οι Κρητικοί παρενέβαλλαν στα χρόνια της τουρκοκρατίας ερωτικούς στίχους στα πατριωτικά τους τραγούδια, για να ξεγελάνε τους αλλόδοξους Τουρκοκρητικούς ακροατές, οι οποίοι συμμετείχαν στις γιορτές και στα πανηγύρια. Με αυτό τον τρόπο η μουσική αποκτούσε ποικιλία, ενώ, από την άποψη του περιεχομένου, τα τραγούδια γίνονταν αλληγορικά, εκφράζοντας με υπαινιγμούς τον πόθο του λαού για την ελευθερία. Το όργανο που συνοδεύει τα τραγούδια είναι η κρητική λύρα. Το 1821, γράφει ο Χουρμούζης Βυζάντιος στα Κρητικά του, οι Κρητικοί πολεμιστές είχαν μαζί τους τη λύρα, για να την παίζουν και να χορεύουν μετά τις μάχες. Ο χορός ήταν η άλλη ψυχαγωγική συνήθεια του κρητικού λαού, της οποίας η καταγωγή ανάγεται στους οργιαστικούς, λατρευτικούς χορούς των Κορυβάντων. Σώζεται πλήθος αρχαιολογικών μαρτυριών (Κνωσός, Φαιστός) για τους κρητικούς χορούς. Ο αρχαίος χορός, η πυρρίχη, επιβίωσε, σύμφωνα με μαρτυρίες περιηγητών του 16ου και του 17ου αι., μέχρι τα νεότερα χρόνια ή μεταπλάστηκε σε νέες μορφές, όπως είναι η σούστα των δυτικών επαρχιών. Οι σύγχρονοι κρητικοί χοροί είναι όλοι γεράνιοι, που σημαίνει ότι οι χορευτές σχηματίζουν κύκλο και κρατιούνται αλυσιδωτά από τα χέρια, σαν να μιμούνται το πέταγμα των γερανών· οι καταβολές και αυτής της συνήθειας βρίσκονται στους αρχαίους χρόνους (Ιλιάδα, Σ 590). Ειδικότερα, οι κρητικοί χοροί χωρίζονται σε συρτούς (στον νομό Χανίων και στον νομό Ρεθύμνης) και πηδηχτούς (σε όλη την K.). Περίφημος πηδηχτός χορός, εκτός από τη σούστα, είναι ο πεντοζάλης. Η ζωηρότητα, η γοργότητα και το πλήθος των βηματισμών, που διακρίνουν τους πηδηχτούς χορούς, προσφέρουν την ευκαιρία στους επιδέξιους χορευτές να προβούν σε εύρυθμες ανασκιρτήσεις του κορμιού τους, ενώ οι συρτοί χοροί είναι ηρεμότεροι και πιο τελετουργικοί. Η λύρα και οι μαντινάδες συνοδεύουν όλες τις χορευτικές εκδηλώσεις. Η παρουσία μέχρι τις ημέρες μας (όπου παρατηρείται μια αναμφισβήτητη κάμψη των παραδοσιακών μορφών της λαϊκής ποίησης και του τραγουδιού) των ποιητάρηδων, αγράμματων –συχνότατα– ανθρώπων του λαού, που συνθέτουν ποιήματα, αντλώντας υλικό από την καθημερινότητα, συνιστά γεγονός που υπογραμμίζει την ποιητική και τραγουδιστική κλίση των Κρητικών.
Η λύρα είναι το χαρακτηριστικό λαϊκό μουσικό όργανο της Κρήτης· εκτός από τη λύρα, υπάρχει και το λεγόμενο λυράκι (φωτ. Ε.Ο. Χειροτεχνίας).
Γυναίκες με παραδοσιακές κρητικές ενδυμασίες (φωτ. ΑΠΕ).
Οι κρητικοί χοροί χαρακτηρίζονται από ζωηρότητα και ποικιλία βηματισμών (φωτ. ΑΠΕ).
O Κρητικός συγγραφέας Νίκος Καζαντζάκης (φωτ. από την έκδοση «100+1 χρόνια Ελλάδας»).
Κρητικό υφαντό με γεωμετρικό διάκοσμο (Μουσείο Λαϊκής Τέχνης, Αθήνα).
Η περίοδος ακμής της κρητικής κεντητικής υπήρξε ο 18ος αι. Στη φωτογραφία, κρητικό κέντημα σε ποδόγυρο από γυναικείο πουκάμισο (Μουσείο Λαϊκής Τέχνης, Αθήνα).
Η μονή Αρκαδίου, το καθολικό της οποίας είναι ένα από τα σημαντικότερα δείγματα μπαρόκ στην Κρήτη. Η σύνθεση γίνεται ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα και πρωτότυπη, εξαιτίας της προσαρμογής του ξενικού ρυθμού στον τοπικό τύπο της διμάρτυρης εκκλησίας με δύο ισότιμες εισόδους, τις οποίες συνδέει το κεντρικά τοποθετημένο καμπαναριό.
Άποψη αστικού σπιτιού στο Ρέθυμνο.
Λαϊκό σπίτι στα Σφακιά· η διαμόρφωσή του θυμίζει παραδείγματα των νησιών του Αιγαίου. Μπροστά διακρίνονται ο φούρνος, η αυλή, ένα θολοσκέπαστο χαγιάτι και η κατοικία.
Πορτοσιά αστικού σπιτιού στο Ρέθυμνο, όπου διατηρούνται ενδιαφέροντα αρχιτεκτονικά έργα με δυτικές επιδράσεις.
Οι Βενετοί άφησαν πλήθος έργων στην Κρήτη, όπως δημόσια κτίρια, ναούς, υδραγωγεία, κρήνες. Μία από τις κρήνες είναι και εκείνη του Πρίουλι στο Ηράκλειο.
«Ο Επιτάφιος θρήνος», έργο του Εμμανουήλ Λαμπάρδου, που αντιπροσωπεύει μία ακαδημαϊκή φάση της κρητικής ζωγραφικής στις αρχές του 16ου αι. (Βυζαντινό Μουσείο, Αθήνα).
Τοιχογραφία που εικονίζει την προδοσία του Ιούδα, έργο του ζωγράφου Μιχαήλ Φωκά, που βρίσκεται στον Άγιο Γεώργιο του οικισμού Κάτω Σύμη, στον νομό Ηρακλείου.
Ένας από τους κυριότερους εκπροσώπους της Κρητικής σχολής ζωγραφικής είναι ο Μιχαήλ Δαμασκηνός (β’ μισό 16ου αι.) (Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα).
Λεπτομέρεια του έργου «Αποκαθήλωσις», όπου επαναλαμβάνεται σε μικρογραφία η καθιερωμένη στην Κρητική σχολή σύνθεση, που πυργώνεται σε ρυθμικά σφιχτοδεμένη συμπλοκή των μορφών για την έκφραση της συγκρατημένης οδύνης (Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα).
«Η Αποκαθήλωσις», φορητή εικόνα των τελών του 15ου ή των αρχών του 16ου αι., έργο άγνωστου Κρητικού ζωγράφου εκτελεσμένο στην Κρήτη και προορισμένο για πελατεία καθολικού δόγματος. Ο τύπος της «Πιετά», ξένος στην ορθόδοξη εικονογραφία, εκτελείται εδώ στην ιταλική τεχνοτροπία του 14ου και του 15ου αι. (Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα).
Τοιχογραφία του Κρητικού ζωγράφου Θεοφάνη Στρελίτζα, στο μικρό μοναστήρι του Αγίου Νικολάου Αναπαυσά, στα Μετέωρα. Συγκεκριμένα, πρόκειται για ένα τμήμα της «Βαϊοφόρου» (ολόκληρη η τοιχογραφία δεν διαφέρει στις διαστάσεις από μία φορητή εικόνα).
Ο άγνωστος ζωγράφος που είχε τοιχογραφήσει το 1319 τον Άγιο Γεώργιο στα Χελιανά Μυλοποτάμου γνώριζε τη νέα τέχνη· είναι χαρακτηριστικός ο τρόπος με τον οποίο αποδίδεται ο επιθανάτιος σπασμός, με τις έντονες καμπύλες του εξαιρετικά ρωμαλέου σώματος του Εσταυρωμένου.
Αξιόλογες χριστιανικές τοιχογραφίες βρίσκονται και στους ναούς στο Αμάρι του νομού Ρεθύμνης, όπως ο «Άγιος Κύριλλος» στην Αγία Παρασκευή (1516).
Η Παναγία Κερά στην Κριτσά της ανατολικής Κρήτης είναι ένα από τα περισσότερο αξιεπίσκεπτα χριστιανικά μνημεία του νησιού. Στη φωτογραφία, η τοιχογραφία «Το ύδωρ της ελέγξεως», μία από τις αξιολογότερες του ναού.
Η ζωγραφική γνώρισε στην Κρήτη μεγάλη ανάπτυξη· στη φωτογραφία, ο διάκονος Ρωμανός, σε τοιχογραφία στην Παναγία Κερά στην Κριτσά.
Και στην Κρήτη οι εικονομάχοι αυτοκράτορες επέβαλαν τη θέλησή τους, όπως δείχνει και ο ανεικονικός διάκοσμος της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου (8ος-9ος αι.), στην ομώνυμη πόλη.
O περίφημος δίσκος της Φαιστού αποτελεί δείγμα ιερογλυφικής γραφής? βρέθηκε το 1903. Το κείμενο, που είναι αποτυπωμένο και στις δύο όψεις του, δεν έχει ακόμα αποκρυπτογραφηθεί. Οι επαναλήψεις ομάδων συμβόλων οδηγούν στη σκέψη ότι πρόκειται για κείμενο κάποιου θρησκευτικού ύμνου (Αρχαιολογικό Μουσείο, Ηράκλειο? φωτ. Σ. Τσαβδάρογλου).
Η εκκλησία του Αγίου Νικολάου (8ος-9ος αι.), στην ομώνυμη πόλη της Κρήτης, είχε αρχικά ανεικονικό διάκοσμο, εξαιτίας των εικονομάχων αυτοκρατόρων? αργότερα όμως «ιστορήθηκε» και πάλι και νέες τοιχογραφίες κάλυψαν τις παλιές.
Θεότητες από αρχαϊκό ναό της ακρόπολης της Γόρτυνος. Στη μέση, αρσενικός θεός που βαδίζει έχει αγκαλιάσει τις θεές που τον περιβάλλουν (Αρχαιολογικό Μουσείο, Ηράκλειο).
Χρυσό δαχτυλίδι με θρησκευτική παράσταση από τάφο της Κνωσού· ιέρειες και χορεύτριες υποδέχονται τη θεά που κατεβαίνει από τον ουρανό (Μουσείο Ηρακλείου· φωτ. Σ. Τσαβδάρογλου).
Αγγείο ανατολίζουσας περιόδου, με ανάγλυφες κεφαλές γρυπών. Οι ανάγλυφες διακοσμήσεις, καθώς και η πολυχρωμία είναι χαρακτηριστικά των κρητικών αγγείων του 7ου αι. π.Χ.
Πήλινο ειδώλιο μετανακτορικής εποχής (Αρχαιολογικό Μουσείο, Ηράκλειο).
Το «δαχτυλίδι του Μίνωα», που ανακαλύφθηκε πρόσφατα, θεωρείται από τα σημαντικότερα δείγματα της σφραγιδικής του 15ου αι. π.Χ. (φωτ. ΑΠΕ).
Η τοιχογραφία των δελφινιών από το «μέγαρο της βασίλισσας» του ανακτόρου της Κνωσού.
Η αίθουσα του θρόνου στο ανάκτορο της Κνωσού. Δύο γρύπες χωρίς φτερά, σύμβολα της βασιλικής εξουσίας, είναι ζωγραφισμένοι δεξιά και αριστερά από τον θρόνο του Μίνωα.
Πρόχους ανακτορικού ρυθμού με παπυροειδή κοσμήματα (Αρχαιολογικό Μουσείο, Ηράκλειο).
Νεοανακτορική πήλινη σαρκοφάγος· το μικρό τους μέγεθος εξηγείται από το γεγονός ότι τοποθετούσαν σε αυτές τους νεκρούς αφού πρώτα τους συρρίκνωναν (Αρχαιολογικό Μουσείο, Ηράκλείο).
Νεοανακτορική πήλινη σαρκοφάγος (Αρχαιολογικό Μουσείο, Ηράκλειο).
Η περίφημη λίθινη σαρκοφάγος από την Αγία Τριάδα της νότιας Κρήτης, η οποία θα πρέπει να ανήκε σε ονομαστό νεκρό, παρουσιάζει πολύτιμα στοιχεία για τον τρόπο με τον οποίο λατρεύονταν οι νεκροί και για τις σχέσεις λατρευτή – θεότητας – ιερέα ή ιέρειας (Αρχαιολογικό Μουσείο, Ηράκλειο).
Νεοανακτορικό λίθινο ανάγλυφο αγγείο από την Αγία Τριάδα, με παράσταση λατρευτικής πομπής προς τιμήν αγροτικής φυσιοκρατικής θεότητας. Οι άντρες της πομπής κρατούν εργαλεία για το λίχνισμα και τον θερισμό και βαδίζουν πίσω από τον ιερέα· ένας μουσικός παίζει σείστρο και μία ομάδα τραγουδά. Το ύψος της ανάγλυφης ζώνης είναι 7,5 εκ. (Αρχαιολογικό Μουσείο, Ηράκλειο).
Τα μινωικά αγγεία είναι ιδιαίτερα καλαίσθητα και μαρτυρούν ακμαίο πολιτισμό· στη φωτογραφία, πρόχους της νεοανακτορικής περιόδου (Αρχαιολογικό Μουσείο, Ηράκλειο).
Μικρό άγαλμα των νεοανακτορικών χρόνων από υαλόμαζα και ελεφαντοκόκαλο· πρόκειται για τη λεγόμενη «θεά των φιδιών» (Αρχαιολογικό Μουσείο, Ηράκλειο).
Καμαραϊκός κρατήρας με ανάγλυφα λουλούδια, ο οποίος μιμείται ασφαλώς χάλκινα πρότυπα (Αρχαιολογικό Μουσείο, Ηράκλειο).
Παλαιοανακτορικό χρυσό κόσμημα εξαιρετικής τεχνικής τελειότητας από το νεκροταφείο των Μαλίων (Χρυσόλακκος), στο οποίο δύο μέλισσες αποθέτουν μία σταγόνα μέλι στην κερήθρα τους (Αρχαιολογικό Μουσείο, Αθήνα).
Νεοανακτορικό σπονδικό αγγείο από στεατίτη σε σχήμα κεφαλής ταύρου από την Κνωσό. Τα μάτια είναι από oρεία κρύσταλλο και το ρύγχος από μάργαρο (Αρχαιολογικό Μουσείο, Ηράκλειο).
Σφραγιδόλιθος νεοανακτορικών χρόνων· χαρακτηριστικό είναι ότι πάνω σε ημιπολύτιμους λίθους χάραζαν παραστάσεις ψαριών, πουλιών, ταύρων, αγριμιών, λουλουδιών κ.ά. (Αρχαιολογικό Μουσείο, Ηράκλειο).
Σφραγιδόλιθος νεοανακτορικών χρόνων. Η σφραγιδογλυφία παρουσιάζει κατά τη νεοανακτορική περίοδο (1700-1400 π.Χ.) θαυμαστά δείγματα (Αρχαιολογικό Μουσείο, Ηράκλειο).
Πιθάρι καμαραϊκού ρυθμού· στη μετατροπή των σπειροειδών κοσμημάτων σε ψάρια, διακρίνονται τα πρώτα σπέρματα του θαλάσσιου ρυθμού, ο οποίος επρόκειτο να επικρατήσει στην επόμενη περίοδο (Αρχαιολογικό Μουσείο, Αθήνα).
Πρώιμο παλαιοανακτορικό αγγείο «τραχωτού» ρυθμού με πολύχρωμα συμπληρωματικά κοσμήματα· ο τύπος αυτός των αγγείων είναι δυσεύρετος και εκτιμάται ιδιαίτερα από τους αρχαιολόγους (Αρχαιολογικό Μουσείο, Ηράκλειο).
Αγγείο παλαιοανακτορικού καμαραϊκού ρυθμού, με ραμφόστομη προχοή και δύο λαβές (Αρχαιολογικό Μουσείο, Ηράκλειο).
Προανακτορικό επιτραπέζιο αγγείο με μακριά προχοή, ρυθμού βασιλικής· οι δίχρωμες κηλίδες που κοσμούν την επιφάνεια του αγγείου γίνονται με ανομοιομερές «ψήσιμο» (Αρχαιολογικό Μουσείο, Ηράκλειο).
Προανακτορικό αγγείο με μία λαβή· η ανοιχτόχρωμη επιφάνειά του κοσμείται με κόκκινες γραμμές (Αρχαιολογικό Μουσείο, Ηράκλειο).
Tα αγγεία είναι από τα αρχαιότερα δείγματα του προϊστορικού πολιτισμού που αναπτύχθηκε στην Κρήτη. Στη φωτογραφία, λίθινο προανακτορικό αγγείο με μία λαβή· χαρακτηριστικός είναι ο τρόπος με τον οποίο ο καλλιτέχνης ζωντανεύει τις φλεβώσεις της πέτρας (Αρχαιολογικό Μουσείο, Ηράκλειο).
Ύστερο νεολιθικό λεκανοειδές αγγείο με εγχάρακτη διακόσμηση· τα αγγεία της νεολιθικής περιόδου κατασκευάζονταν χωρίς τροχό και ψήνονταν στη φωτιά της εστίας (Αρχαιολογικό Μουσείο, Ηράκλειο).
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος διαδραμάτισε καταλυτικό ρόλο για την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα.
Γερμανοί στρατιώτες στη Μάχη της Κρήτης (1941) (φωτ. από την έκδ. «100+1 χρόνια Ελλάδα»).
Στιγμές ανάπαυσης των Γερμανών στρατιωτών, από τις μάχες που δόθηκαν για την κατάληψη της Κρήτης, μεταξύ 20 και 31 Μαΐου του 1941 (φωτ. από την έκδ. «100+1 χρόνια Ελλάδα»).
Προσγείωση γερμανικού αεροπλάνου στο Μάλεμε, κατά τη Μάχη της Κρήτης (φωτ. από την έκδ. «100+1 χρόνια Ελλάδα»).
Η σύγκρουση μεταξύ συμμαχικών και γερμανικών δυνάμεων για την κατάληψη της Κρήτης ξεκίνησε στις 20 Μαΐου του 1941, με τη ρίψη αλεξιπτωτιστών, αρχικά στην περιοχή του αεροδρομίου του Μάλεμε (φωτ. από την έκδ. «100+1 χρόνια Ελλάδα»).
Ρίψεις πάνοπλων Γερμανών αλεξιπτωτιστών, κατά τη Μάχη της Κρήτης· πολλοί από αυτούς δεν πρόλάβαν να φτάσουν στο έδαφος (φωτ. από την έκδ. «100+1 χρόνια Ελλάδα»).
Ιστορική φωτογραφία της Μάχης της Κρήτης (1941), λίγο πριν από την τελική επίθεση (φωτ. από την έκδ. «100+1 χρόνια Ελλάδα»).
Τζαμί στην Κρήτη.
Η τέχνη ύμνησε αλλεπάλληλες φορές τους αγώνες του κρητικού λαού για την ελευθερία (φωτ. από την έκδ. «100+1 χρόνια Ελλάδα»).
Το επιθαλάσσιο κάστρο του Ηρακλείου· τα κάστρα της Κρήτης αποτελούν μαρτυρίες της σημασίας και του ρόλου της στην ιστορία.
Τμήμα του κάστρου στη Σπιναλόγκα, με τη μετζαλούνα (ημισέληνο), ημικυκλικό προμαχώνα με πολεμίστρες και κανονιοθυρίδες, ανοιγμένες στο τείχος πάχους 7 μ. Στη σημερινή εποχή η Σπιναλόγκα αξιοποιήθηκε τουριστικά και θεωρείται σημαντικός ψαρότοπος.
Λείψανα της αρχαίας πόλης Απτέρας, στη βόρεια ακτή της Κρήτης.
Επιγραφή της Γόρτυνας, αρχαιότατης πόλης της Κρήτης, που υπήρξε σημαντικότατο κέντρο κατά τους προϊστορικούς και ιστορικούς χρόνους.
Ερείπια της αρχαίας πόλης Φαλάσαρνας, στο βορειοδυτικό άκρο της Κρήτης.
Ο Λαβύρινθος, η δαιδαλώδης κατοικία του Μινώταυρου, απεικονιζόταν συχνά στα κρητικά νομίσματα.
Ο Μινώταυρος, το μυθολογικό τέρας που καταβρόχθιζε κάθε χρόνο τους 14 νέους που έστελναν ως φόρο οι Αθηναίοι, σε στατήρα της Κνωσού.
Στατήρας της Κνωσού (περ. 400-360 π.Χ.), στον οποίο εικονίζεται ο Μίνως, ο σοφός βασιλιάς της Κρήτης, το όνομα του οποίου έχει συνδεθεί με τον λαμπρό πολιτισμό.
Η μία όψη ενός στατήρα της Κνωσού (περ. 400-360 π.Χ.), στην οποία εικονίζεται η Αριάδνη.
Άποψη του Κουρταλιώτη ποταμού, στη νότια Κρήτη.
Η κορυφή Άγιο Πνεύμα (2.130 μ.) στα Λευκά Όρη.
Τοπίο στη Χώρα των Σφακίων (φωτ. I. Ντεκόπουλου - Μ. Σκιαδαρέση).
Οι χιονοπτώσεις είναι συχνό φαινόμενο στους ορεινούς όγκους της Κρήτης (φωτ. ΑΠΕ).
Το οροπέδιο Λασιθίου.
Το φαράγγι της Αράδαινας, στον νομό Χανίων.
Το φαράγγι της Νίμπρου στα Σφακιά της Κρήτης, ένα από τα πιο επιβλητικά φαράγγια του νησιού, θεωρείται βέβαιο ότι δημιουργήθηκε από κάποιο γεωλογικό φαινόμενο, που χώρισε το βουνό στα δύο.
Το επιβλητικό φαράγγι της Σαμαριάς χωρίζει τον κύριο όγκο των Λευκών Ορέων από το Βολακιά (2.116 μ.) (φωτ. I. Ντεκόπουλου).
Το οροπέδιο του Ασκύφου στα Λευκά Όρη της Κρήτης.
Η εύφορη πεδιάδα της Μεσαράς, στον νομό Ηρακλείου Κρήτης.
Γενική άποψη της ακτής των Σφακίων, στον νομό Χανίων.
Το οροπέδιο της Βιάννου, στον νομό Ηρακλείου.
Άποψη του βενετσιάνικου λιμανιού του Ρεθύμνου στην Κρήτη.
Άποψη των Χανίων, πρωτεύουσας του ομώνυμου νομού της Κρήτης.
Φωτογραφία της Κρήτης, από δορυφόρο της NAΣA, τον Νοέμβριο του 1985 (φωτ. NASA, earth.jsc.nasa.gov).
Οι μεγάλες αντιθέσεις είναι χαρακτηριστικό των τοπίων της Κρήτης· στη φωτογραφία, το φοινικόδασος στον νομό Λασιθίου (φωτ. I. Ντεκόπουλου - Μ. Σκιαδαρέση).
II
Μυθολογικό πρόσωπο. Επώνυμη του ομώνυμου νησιού, παριστάνεται σε διάφορα αγγεία. Σε ερυθρόμορφο αγγείο που βρίσκεται στο Εθνικό Μουσείο της Νάπολης εικονίζεται μαζί με τον Δαίδαλο και τον Ίκαρο, τους οποίους βοηθά στην κατασκευή των φτερών τους. Σε μία τοιχογραφία της Καμπανίας εικονίζεται μαζί με τον Θησέα να απελευθερώνει τους Αθηναίους νέους από τον Μινώταυρο.
* * *
κρήτη, ἡ (Α)
πάπ. κιμωλία.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λέξη < λατ. creta «κιμωλία» < λατ. Creta < ελλ. Κρήτη].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Κρήτη — from Crete fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Κρήτῃ — Κρήτη from Crete fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Κρήτη — Sp Kretà Ap Κρήτη/Krētē, Kriti L s. tarp Viduržemio ir Egėjo j., Graikijos ist. ir adm. sritis …   Pasaulio vietovardžiai. Internetinė duomenų bazė

  • Κρήτη — [Крити] ουσ. θ. Крит …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Μάρτυρες, Δέκα οι εν Κρήτη — Πρόκειται για τους Θεόδουλο, Σατορίνο, Εύπορο, Γελάσιο, Ευνικιανό, Ζωτικό, Πόντιο, Αγαθόπουλο, Βασιλίδη και Ευάρεστο, οι οποίοι μαρτύρησαν στην Κρήτη επί Δεκίου (249 251) με αποκεφαλισμό. Η μνήμη τους τιμάται στις 23 Δεκεμβρίου …   Dictionary of Greek

  • Αδραμυττηνός, Εμμανουήλ — (Κρήτη 1445; – Παβία, Ιταλία 1485;).Κρητικός λόγιος. Το όνομά του συνδέεται με την ανάπτυξη των ελληνικών σπουδών στη Βενετία. Άσκησε σημαντική επιρροή σε διάσημους Ιταλούς ουμανιστές και είχε σχέσεις με τους πρώτους Κρητικούς τυπογράφους της… …   Dictionary of Greek

  • Βλάχος, Γεράσιμος — (Κρήτη 1607 – 1685). Λόγιος από την Κρήτη, μητροπολίτης Φιλαδελφείας, φιλόσοφος και θεολόγος. Μετά τις εγκύκλιες σπουδές του στην Κρήτη πήγε στην Ιταλία για ανώτερες σπουδές. Το 1652 εγκαταστάθηκε στη Βενετία, όπου διετέλεσε εφημέριος και… …   Dictionary of Greek

  • Αντωνιάδης, Σπυρίδων — (Κρήτη 1808 – Αθήνα 1873). Συγγραφέας και πολιτικός. Καταγόταν από ιστορική οικογένεια της Κρήτης και ήταν αδελφός του πολιτικού και δημοσιογράφου Εμμανουήλ Αντωνιάδη (βλ. λ.). Διδάχτηκε τα πρώτα γράμματα στην Κρήτη και μετά φοίτησε στη σχολή της …   Dictionary of Greek

  • Δανέζης, Εμμανουήλ — (Κρήτη 1770 – Αίγινα 1830). Αγωνιστής του 1821. Πριν αρχίσει η Επανάσταση ήταν εγκατεστημένος στην Κωνσταντινούπολη και είχε γίνει πολύ πλούσιος. Είχε δική του τράπεζα και συναλλασσόταν με το τουρκικό ναυαρχείο. Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία αλλά… …   Dictionary of Greek

  • Κουνελάκης, Νικόλαος — (Κρήτη 1829 – Κάιρο 1869). Ζωγράφος. Πολύ νέος έφυγε με την οικογένειά του από την Κρήτη, πιθανότατα από τα Χανιά, και εγκαταστάθηκε στην Αγία Πετρούπολη της Ρωσίας. Το 1857, μετά τις ζωγραφικές σπουδές του στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Αγίας… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.